Η καλύβα του Παππού: Μουσικά
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Νοε 2011

19 Ιουλ 2011

O Σπάρτακος πίσω από τον Τοίχο


Παρασκευή, 8 Ιουλίου, 21:30.  Στη σκοτεινιασμένη αίθουσα, επάνω στη σκηνή, δύο μαυροφορεμένοι στρατιώτες κρατούν όρθια μια πάνινη κούκλα σε μέγεθος ενήλικα, ενώ ακούγεται ένα απόσπασμα από τον «Σπάρτακο» του Κιούμπρικ: είναι η σκηνή που ο Ρωμαίος αξιωματικός λέει στους εξεγερμένους σκλάβους -χωρίς να παραλείψει να τονίσει: «Σκλάβοι ήσαστε και σκλάβοι παραμένετε!»- ότι θα τους χαριστεί η ζωή, αν υποδείξουν τον Σπάρτακο, νεκρό ή ζωντανό.
Περνούν λίγες στιγμές σιωπής, όταν ακούγεται ένας σκλάβος να φωνάζει:
«Εγώ είμαι ο Σπάρτακος!», κι αμέσως κι άλλος, κι άλλος, κι άλλος, πλήθος ολόκληρο, ενώ ο προβολέας εντοπίζει ύποπτα πρόσωπα στο πλήθος.

Οι στρατιώτες αφήνουν την κούκλα να σωριαστεί στο δάπεδο. Ήχος τρομπέτας ακούγεται για λίγο, ώσπου, σε μια έκρηξη πυροτεχνημάτων, την αίθουσα δονούν οι ηλεκτρικές κιθάρες στα πρώτα riff του «In the flesh?”.
Ο Roger Waters εμφανίζεται, ντύνεται τη μαύρη καμπαρντίνα και τα μαύρα γυαλιά, ενώ περισσότεροι μελανοχίτωνες τον πλαισιώνουν κρατώντας λάβαρα με το έμβλημα του διπλού σφυριού, το ίδιο που φέρει κι εκείνος στο περιβραχιόνιο:

«Έτσι λοιπόν,
Σκέφτηκε πως θα ’θελες
να έρθεις στην παράσταση,
Να νιώσεις το θερμή έξαψη της σύγχυσης,
Τη λάμψη αυτή του δόκιμου αστροναύτη.
Πες μου, Ηλιαχτίδα, μήπως κάτι σου διαφεύγει;
Δεν είν΄ αυτό ό,τι περίμενες να δεις;
Αν θες να βρεις τι κρύβεται
Πίσω απ’ αυτά τα ψυχρά μάτια,
Πρέπει ν’ ανοίξεις με τα νύχια σου
Ένα δρόμο μέσα απ’
Το προσωπείο».

………………….

Μαγική βραδιά. Δεν νομίζω να την ξεχάσω.

Η αρτιότητα, η ποιότητα της παραγωγής, ο άψογος ήχος - όλα είναι  λίγο-πολύ γνωστά, και εν πολλοίς αναμενόμενα. Δεν θα σταθώ εκεί, ούτε στο αν υπήρξε playback για να ενισχύσει τη φωνή του 68άρη πλέον Waters σε κάποια δύσκολα σημεία. Αυτά είναι λεπτομέρειες μπροστά στο ίδιο το έργο και στη δύναμη της συγκινησιακής εμπειρίας που συνεπαγόταν το να βρίσκεσαι εκεί, να το βλέπεις, να το ακούς, να το νιώθεις να ξεδιπλώνεται μπροστά σου, γύρω σου, να σε ρουφά μέσα του και να σε κάνει μέρος του.
Κι αν κάποιες ευκολίες συνθηματολογικού τύπου δεν έλειψαν – «Να γαμηθεί η κυβέρνηση!» προβλήθηκε στον Τοίχο ως απάντηση στο ερώτημα «Mother, should I trust the government?»- ή η πληθωρικότητα στη χρήση των οπτικών μέσων λειτούργησε λίγο αποπροσανατολιστικά κάποιες στιγμές,  ή αν υπήρξε κάποια υπερβολή στο πολιτικό, έναντι του προσωπικού στοιχείου, η ουσία του έργου ήταν εκεί, πιο δυνατή από ποτέ.


…………………………..


Πρωτάκουσα το διπλό The Wall στα 17 και γρήγορα πήρε θέση περίοπτη ανάμεσα στους πιο αγαπημένους δίσκους μου. Υπήρξε καιρός που μπορούσα να απαγγείλω χωρίς να κομπιάσω όλους τους στίχους –και τώρα θυμάμαι ένα μεγάλο μέρος. Κι ακόμα μπορώ να ανακαλέσω τη συγκίνηση, την έκσταση της βραδιάς της 21ης Ιουλίου του 1990, όταν παρακολουθούσα, σε απευθείας μετάδοση, την γιορταστική, all-star συναυλία στον κενό –τότε- χώρο της Potzdamerplatz στο Βερολίνο, λίγους μήνες μετά την πτώση του Τείχους, σε μια εποχή που, αντίθετα με το σήμερα, κυριαρχούσε η –υπέρμετρη, ίσως και αφελής- αισιοδοξία.

Σταδιακά, η πληθωρικότητα του έργου σα να το βάρυνε μέσα μου. Άκουγα συχνότερα άλλους δίσκους των Floyd, πιο «συμπαγείς», λιγότερο αφηγηματικούς -δουλειές με περισσότερη οικονομία στα εκφραστικά μέσα, έργα που είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας περισσότερο, παρά όραμα ενός ανθρώπου, όπως το Dark side of the Moon, ή το Wish you were here. 
Πέραν τούτου, κάποια καίρια σημεία του μύθου, της ιστορίας που διηγείται, δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά μόνο ακούγοντας το δίσκο, ίσως ούτε καν μελετώντας τους στίχους. Δεν θυμάμαι αν τα κατανόησα όλα όταν, χρόνια αργότερα, είδα στην τηλεόραση την ταινία του Alan Parker (που κι αυτή δεν είναι μνημείο σαφήνειας…), ή διαβάζοντας κάποιο σχετικό άρθρο ακόμα πιο μετά. Κι αν και δεν μειώνεται η αξία που έχουν τραγούδια όπως το Hey you, ή το Comfortably numb, αν αυτός που τα ακούει δεν ξέρει όλο το μύθο, είναι η ένταξή τους στο σύνολο της συγκεκριμένης ιστορίας που τα ενοποιεί και δίνει στο έργο την ιδιαίτερη αξία του.


…………………..

Το πρώτο τραγούδι του δίσκου χρωστά τον τίτλο του στην περιοδεία του 1977 των Pink Floyd, υπό τον τίτλο «In the flesh» ("Με σάρκα και Οστά" θα μεταφράζαμε), όταν ο Waters άρχισε να νιώθει όλο και πιο αποξενωμένος από το κοινό, με αποκορύφωμα τη στιγμή που, ενοχλημένος από μια παρέα fans που θορυβούσαν, τους έφτυσε. Σοκαρισμένος κι ο ίδιος, νιώθοντας την ύπαρξη ενός αόρατου τοίχου ανάμεσα στον κόσμο και το γκρουπ, αρχίζει να δουλεύει πάνω      σ΄ αυτό που θα εξελισσόταν στην ίσως πιο επιτυχημένη ροκ όπερα.

Στον πυρήνα του μύθου είναι ο νοητός Τοίχος που «χτίζει» γύρω του ο rock star Pink, τραυματισμένος από την απώλεια του πατέρα του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο –όπως και ο Waters-, από την καταπίεση μιας υπερπροστατευτικής μάνας, από το ισοπεδωτικό εκπαιδευτικό σύστημα, από την αποτυχία του γάμου του –όλα, «τούβλα στον τοίχο».
Ενώ τα τρία πρώτα μέρη –τρεις πλευρές δίσκων βινυλίου, τρεις «πράξεις» θα λέγαμε- μας παρουσιάζουν την προοδευτική απομόνωση του Pink, η κορύφωση και η τελική κάθαρση έρχονται στο τέταρτο μέρος.

Κι είναι εδώ όπου φανερώνεται η ιδιαίτερη σημασία που έχει το έργο:
Το ότι ακριβώς δεν περιορίζεται να «καταγγείλει» απλώς τα δεινά του πολέμου, της αλλοτρίωσης, της αποξένωσης (κρίμα που ο δημιουργός του μοιάζει να γίνεται πιο καταγγελτικός καθώς περνούν τα χρόνια, πράγμα εμφανές σε όλες τις μεταγενέστερες, solo δουλειές του!), αλλά επειδή προχωρά ένα σκαλί βαθύτερα, δείχνοντας τη μοιραία αλληλεπίδραση προσωπικού και συλλογικού, Ιστορίας και ατόμου,  με τον Pink/Waters, να ντύνεται το προσωπείο του καλλιτέχνη/δικτάτορα, πλαισιωμένος από τα φασιστικά λάβαρα των Διπλών Σφυριών, και να προκαλεί το κοινό του –παραίσθηση του Pink, και ταυτόχρονα, σε επάλληλα επίπεδα, σάτιρα του κόσμου του θεάματος και του κοινού που υπακούει πειθήνια στα κελεύσματα των σταρ, εκδραμάτιση των επιθετικών παρορμήσεων που έχει νιώσει ο ίδιος ο Waters, σχόλιο στο πώς οδηγείται κάποιος, σπρωγμένος από τα προσωπικά του τραύματα και φόβους στην αγκαλιά του ολοκληρωτισμού, πώς αυτός που υπέστη το τραύμα της απώλειας, της καταπίεσης, που αυτο-εγκλωβίστηκε αμυνόμενος πίσω από τον «Τοίχο» του, καταλήγει να αναπαράγει τη βία που τον σακάτεψε και τον καθόρισε:


« O Pink δεν είναι καλά,
Έμεινε στο ξενοδοχείο
Κι έστειλαν εμάς, σαν αναπληρωματική μπάντα,
Ν’ αποκαλύψουμε ποια είναι, αλήθεια, η θέση σας,
Εσάς των οπαδών.
Υπάρχουν τίποτε αδερφές στο θέατρο απόψε;
Στήστε τους στον Τοίχο!
Αυτός εκεί, στο φως του προβολέα δεν μου μοιάζει εντάξει
Στήστε τον στον τοίχο!
Αυτός δείχνει Εβραίος! Κι εκείνος ‘κει Αράπης!…» κλπ.


Εδώ το έργο γίνεται ακόμη πιο επικό, πιο πληθωρικό, οπερατικό. Κι αν αυτό το τμήμα –όλη η 4η πλευρά – στο άκουσμά του από την άνεση του σπιτιού μας μπορεί να φανεί υπερβολικό, αποκτά τελείως άλλη διάσταση όταν το ζεις σε ένα τέτοιο live: τότε καταλαβαίνεις πως το The Wall εξ’ αρχής γράφηκε για να παρουσιάζεται ζωντανά, σαν θεατρική παράσταση, σαν δρώμενο – κι αυτό ακριβώς, η δύναμη που έχει  όχι σαν show, αλλά ως εμπειρία στην οποία μετέχεις, ήταν και το εντελώς καινούργιο για μένα. 

Από αυτό το σημείο, ιδίως για  όσους ξέρουν το έργο –κι εκείνη τη βραδιά της 8ης Ιουλίου πρέπει να ήσαν αρκετοί- η παράσταση σε παίρνει μέσα της, σε κάνει κομμάτι της, καθώς ταυτίζεσαι πότε με τη δικτατορική, φασιστική persona του Pink, και πότε με τα θύματά του, καθώς από το ανηλεές, κλιμακούμενο ξέσπασμά του δεν γλυτώνει κανείς:

«Εκεί, κάποιος καπνίζει τσιγαρλίκι!
Κι εκεί, να κάποιος με σπυριά!
Αν ήταν στο χέρι μου,
Θα σας πυροβολούσα όλους!»

Από συμμέτοχοι στο παραλήρημα του μίσους, και καθώς ο προβολέας σαρώνει και μας στοχοποιεί έναν-έναν, ο καθένας μας γίνεται ο Εβραίος, ο «Αράπης», η «αδερφή», το κάθε θύμα της κάθε διάκρισης – δούλος μαζί, και Σπάρτακος.
Κι όταν ο Waters κραυγάζει «Όλους σας! Καμμία εξαίρεση!» και παίρνει το αυτόματο και ρίχνει ριπές στο κοινό, κάποιος μπροστά μου σηκώνεται κι ανοίγει το πουκάμισό του προτείνοντας το στήθος του, έτοιμος να υποδεχτεί τις σφαίρες.

Καθώς «τα σκουλήκια τρώνε το μυαλό» του Pink, καθώς η βία της απολυταρχίας σαγηνεύει, σαν απατηλή υπόσχεση ελευθερίας, στην κορυφή του τοίχου φωτίζεται η φιγούρα της εύθραυστης πάνινης κούκλας, κι εκείνος καταρρέοντας ουρλιάζει:

«Σταματήστε!
Θέλω να πάω σπίτι,
Να βγάλω ετούτη τη στολή,
Ν’ αφήσω την παράσταση,
Μα μένω εδώ, σ’ ετούτο το κελλί,
Γιατί πρέπει να μάθω
Αν ήμουν ένοχος όλον αυτόν τον καιρό».

Κινούμαστε καλπάζοντας προς το τέλος αυτού που μοιάζει πλέον όχι με παράσταση, μα με γιγάντιο ψυχόδραμα και καθαρτήρια τελετουργία.
Ο Pink αναλαμβάνει την ευθύνη και κρίνει τον εαυτό του – αλλά η κάθαρση δεν έρχεται με φανφάρες και αλληλούια: είναι προϊόν εσωτερικής σύγκρουσης, απόπειρα λύτρωσης και κατάρρευση μαζί: Στη γκροτέσκα, σουρεαλιστική σκηνή της Δίκης που λαμβάνει χώρα μέσα στον ταραγμένο νου του, ο Δικαστής- πότε σα γιγαντιαία περούκα, πότε σαν υπερμέγεθες σκουλήκι, τέλος σαν πελώριος, τερατόμορφος πρωκτός,  επιβάλλει την (αυτό)τιμωρία και λύτρωση για τον Pink – και για μας την κάθαρση: με τον Waters να διευθύνει το πλήθος που ουρλιάζει «Tear down the Wall!», έρχεται το γκρέμισμα του απάνθρωπου τοίχου, καθώς ο Waters/Pink «καταδικάζεται» να συναντηθεί, γυμνός, χωρίς τη φριχτή αμυντική του οχύρωση, με τους ομοίους του.

Κι όπως στην αποθέωση, παλιά, του θεάτρου σκιών, η μπάντα εμφανίζεται στη σκηνή, χωρίς εφέ, να τραγουδήσει το “Outside the Wall”:

Ολομόναχοι ή δυο-δυο,
Εκείνοι που στ’ αλήθεια σ’ αγαπούν,
Περπατούν έξω απ’ τον Τοίχο.
Κάποιοι χέρι-χέρι, κάποιοι σε ομάδες συναγμένοι,
Οι αιμορροούσες οι καρδιές κι οι καλλιτέχνες
Δίνουν το παρών.

Κι όταν σου έχουν δώσει όλο το είναι τους,
Κάποιοι τρεκλίζουν και σωριάζονται-
Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε,
Να συνθλίβεις την καρδιά σου
Σ’ ενός μουρλού τον Τοίχο.

Δεν ξέρουμε τίποτα για το μετά την κατάρρευση του Τοίχου, και μαζί και του ίδιου του Pink. Το έργο τελειώνει εκεί, πάνω στα συντρίμμια, με κάτι ανάμεσα σε θρίαμβο και τη λύτρωση που ακολουθεί μια επώδυνη γέννα –κι όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά.

…………………….

Είναι φορές που μετανιώνω που λυπήθηκα τα χρήματα και δεν πήγα να το ζήσω δεύτερη φορά.

Κι είναι στιγμές που αναρωτιέμαι,  καθώς η κατρακύλα στη βαρβαρότητα του «όλοι εναντίον όλων» μοιάζει, στιγμές-στιγμές, εφιαλτικά κοντινή, πόσο κοινές πληγές κουβαλάμε όλοι κάτω από προσωπεία, πίσω από άμυνες, θεωρίες, πολιτικές ιδεολογίες, ομαδοποιήσεις και προκαταλήψεις. Εμείς, που τόσο εύκολα ορμάμε ο ένας στο λαρύγγι του άλλου. Και πόσο δύσκολο είναι να το δούμε και να το θυμόμαστε, για μια ζωή – τη μια και μοναδική που έχουμε να ζήσουμε.

Μα όπως λέει και το τραγούδι,

After all, it’s not easy...



. 

28 Ιουλ 2009

Αιωνίως υπόχρεοι, κύριε Γιόχαν Σεμπάστιαν


Έκλεισε τα μάτια του σαν σήμερα, 259 χρόνια πριν.

Πόσο φτωχότερος θα ήταν ο κόσμος μας δίχως το πέρασμα αυτού του ανθρώπου με το ασύγκριτο ταλέντο;

Από παλιά μου άρεσε πολύ, με συνάρπαζε η μουσική του, αλλά είχα ακούσει ελάχιστα πράγματα. Τώρα, όμως...
Η Ν. μου χάρισε προ διμήνου, για τη γιορτή, μου την κασετίνα με όλο (ναι, ό λ ο) το έργο του σε μια πολύ καλή έκοση της Brilliant Classics.
Μόνο 155 CD...

Έχω δουλειά μπροστά μου!


Ακολουθούν μερικά αγαπημένα:


"Dorian" Toccata. Λίγα κομμάτια έχω ακούσει με τόση δύναμη.






Αν ποτέ κατορθώσω να το παίξω, θα νιώσω πολύ ευτυχής...




Τα τρία επόμενα από "Τα κατά Ματθαίον Πάθη"-το δεύτερο είναι μια άλλη εκτέλεση (φανταστική) του χορωδιακού "Sind Blitze, Sind Donner in Wolken verschwunden?" που ακούγεται και στο πρώτο απόπασμα.

Με το τρίτο, την άρια "Erbarme Dich", βασικό μουσικό θέμα της "Θυσίας" του Ταρκόφσκυ, άρχισαν όλα ανάμεσα στη μουσική του Bach και μένα, πάνε 22 χρόνια.






4 Απρ 2009

Brain Damage




The lunatic is on the grass
The lunatic is on the grass
Remembering games and daisy chains and laughs
Got to keep the loonies on the path.

The lunatic is in the hall
The lunatics are in my hall
The paper holds their folded faces to the floor
And every day the paper boy brings more.

And if the dam breaks open many years too soon
And if there is no room upon the hill
And if your head explodes with dark forbodings too
I' ll see you on the dark side of the moon.

The lunatic is in my head
The lunatic is in my head
You raise the blade, you make the change
You re-arrange me till I' m sane
You lock the door
And throw away the key
There' s someone in my head but its not me.

And if the cloud bursts, thunder in your ear
You shout and no one seems to hear
And if the band you' re in starts playing different tunes
I' ll see you on the dark side of the moon.

20 Σεπ 2008

Richard (Rick) Wright 1943-2008





Δυο από τις πιο χαρακτηριστικές συνθέσεις του για το Dark Side of the Moon.

Καλό ταξίδι...

8 Σεπ 2008

Erbarme dich, mein Gott

Erbarme dich, mein Gott,
um meiner Zähren willen!
Schaue hier, Herz und Auge
weint vor dir bitterlich.
Erbarme dich, mein Gott.




Ίλεως γενού, Κύριε,

Χάριν των δακρύων μου!

Ιδέ, ενώπιόν Σου,

Καρδία και οφθαλμοί θρηνούν πικρώς.

Ίλεως γενού μοι, Κύριε.




Ίσως το αγαπημένο μου μουσικό κομμάτι, η άρια "Erbarme Dich" από τα 'Κατά Ματθαίον Πάθη" του Μπαχ. Έκλεψα την ιδέα από τον Αλέξη.

26 Αυγ 2008

Ανάρτηση αδικαιολόγητα καθυστερημένη









Leonard Cohen, Terravibe, 30 Ιουλίου.


Ο κύριος Cohen, στην πένα, με το καπέλο στο κεφάλι, να τραγουδά με την μπάσα, σπηλαιώδη φωνή όλα εκείνα που περιμέναμε: First we take Manhattan, Hallelujah, Anthem, Marianne, Like a bird on a wire, Everybody Knows, The future και άλλα πολλά.

Έκλεισε, μετά από κραυγές του κόσμου που το ζήταγε επίμονα, με το Famous Blue raincoat.


Μαγική νύχτα. Και στιγμές-στιγμές, όταν άστραφταν κάποιοι στίχοι που θα μπορούσαν να έχουν γραφεί από κάποιον μυστικό, ένιωθα σαν να ήμουν σε εκκλησία. (*)


“…ring the bells that still can ring,

Forget your perfect offering,

There is a crack,

A crack in everything

-that’s how the light gets in”.



Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που μπόρεσα και «συνάντησα» έτσι τον κ. Κοέν. Και τον ευχαριστώ.


(Οι φωτογραφίες αλιεύθηκαν στον Ιστό, όπως και το βιντεάκι).




(*) «Ε, άμα έχεις και την προδιάθεση….», σχολίασε μια φίλη. Το αντιπαρήλθα αξιοπρεπώς…

1 Μαρ 2008

Ένα μικρό -σε καμμία περίπτωση πλήρες- αφιέρωμα σ' έναν πολύ ιδιαίτερο καλλιτέχνη...













16 Φεβ 2008

Κυλάει, κυλάει ασταμάτητα

Μια κακοτυπωμένη φωτογραφία σήμερα μου θύμισε μια συγκινητική συγκέντρωση στα μέσα του Νοέμβρη, όταν βρεθήκαμε, κοντά δεκαοκτώ χρόνους μετά, κάμποσοι παλιοί συμμαθητές.

Βλέμματα που βάθυναν, καθώς υποχώρησε η ανεμελιά κι η αναπόφευκτη αλαζονεία της νιότης.

Μάτια πλαισιωμένα από τις πρώτες ψιμυθιές που άφησε ο καιρός.

Φραγμοί που υπήχαν ανάμεσά μας πια εξατμίστηκαν, ως ανυπόστατοι. Ο μάγκας της τάξης τώρα στοργικός πατέρας. Ένας παλιόφιλος, από τον οποίο έτρωγα και τη σχετική καζούρα, να εξομολογείται πως με ζήλευε κάποιες φορές - σάστισα, δεν σκέφτηκα να του πω πως εκείνος έβλεπε να έχω κάτι που του έλειπε, αλλά κι εγώ έβλεπα σ' αυτόν κάτι που δεν είχα. Ζήλευα κι εγώ, κι ας μην το συνειδητοποιούσα ίσως τότε.

Και μάτια, μάτια, μάτια.



Κι έτσι θυμήθηκα εκείνο το γλυκό τραγουδάκι των Connells, το "'74-'75" και σας το προσφέρω εδώ, ενώ έξω χιονίζει.

Ίσως και να μην το θυμόμουν πια, αλλά το κλιπάκι τού προσέδωσε μια αύρα ανθρωπιάς και νοσταλγίας που δεν ξέρω αν θα την είχε από μόνο του. Και κάποια πρόσωπα, κάποια βλέμματα έγραψαν μέσα μου- όπως το σφαγμένο βλέμμα του κουστουμαρισμένου εκείνου μαύρου κυρίου με το χαρτοφύλακα, ή η αόρατη σκιά που πέφτει επάνω στη ματιά του κυρίου με το υπογένειο, ή η έκδηλη αγωνία της πάλαι ποτέ ντίβας της τάξης για το αν περνά ακόμη η μπογιά της-ησυχάστε, καλή μου, είστε ακόμα όμορφη. Αλλιώς όμορφη.

19 Ιαν 2008

A Song for Europe


Είναι Νοέμβρης, πέντε χρόνους πριν, σουλάτσο αμέριμνο στις Βρυξέλλες, τη Μπρυζ και την Αμβέρσα. Χάζι στην παράξενη, μπαρόκ ωραιότητα των πόλεων, υποδυόμενος τον περιηγητή, γράφοντας ολίγους, μάλλον δήθεν, στίχους, για"... έναν καθεδρικό επιβλητικό, από καιρό ακατοίκητο κι εκείνη -την όποια εκείνη- απούσα πάντοτε". Xα!





Κι έπειτα, δυο χρόνια πιο μετά, Αγία Πετρούπολη ...

- προσκύνημα στον τάφο του Μεγάλου Αμαρτωλού...

...κι έπειτα Μόσχα, περίπατος στην οδό Αρμπάτ..




...και τβόλτα στο Κρεμλίνο, θλιβόμενοι με τα καζίνα σε κάθε δεύτερη γωνιά και τα δροσερά κοριτσάκια που περιμένουν στο lobby του ξενοδοχείου να εμφανιστεί ο ματσωμένος πελάτης, που ορέχτηκε άγουρη σάρκα. Παρέα μου καλοί φίλοι, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο δεμένοι, καλά περνάμε.


Ένα χρόνο πιο μετά, καλοκαίρι, επαφή πρώτη με το Βερολίνο, την άπλα και την ανοχή του, τα όμορφα του σπίτια, τα πάρκα και τις λίμνες, με την ανθρώπινη...


...αθώα άνεση των Γερμανών να ξαπλώνονται ολόγυμνοι στον ήλιο. Συντροφευμένος τούτη τη φορά, με τη Ν., ν' ανασαίνουμε λίγο ένα γλυκό "μαζί" στην όμορφη πόλη, σουλατσάροντας στο Nikolaiviertel... ...και στους δρόμους του Potsdam. Αγάπησα την πόλη αυτή, πήγαμε και το άλλο καλοκαίρι- ήταν, ίσως, ακόμα πιο όμορφα- παρέα μ' άλλους δυο φίλους.

Φλεβάρης πέρυσι, καρναβάλι, επίσκεψη ιαματική στην παλιά αρχόντισσα πόλη- ποίηση τα παλιά αρχοντόσπιτα, η σοφίτα που μέναμε, τα ζευγάρια των μασκαρεμένων Βενετσιάνων- παντού μια γλυκιά αύρα νοσταλγίας, βόλτες και μπίρα στο Campo Santo Stefano και στην Academia, εγώ ν' ανακτώ δυνάμεις βαθμιαία και να ξεδιαλύνω τα μέσα μου κουβάρια, χάρη στη Ν. που παρέστεκε υπομονετικά κι ανεχόταν.



Kαι τώρα Μόναχο, στο κρύο τοπίο της κεντρικής Ευρώπης- τα είδατε τις προάλλες.



Κι έπειτα προσγείωση στην πόλη που με γέννησε, και που πάντα θα κουβαλάω μαζί μου, είτε το νιώθω, είτε όχι. Στον εαυτό μου και στο σπίτι μου, σ' έναν τόπο που, στην καλύτερη περίπτωση, ψάχνει να βρει ποιος είναι, όταν δεν φτιασιδώνεται στον καθρέφτη και δεν πιθηκίζει διάφορα, αλλότρια και ξένα.




Πίσω στη ρουτινιέρικη, ανιαρή δουλειά, στα απογέματα παρέα με τα X-files μέχρι να νυστάξω, στους διαλόγους με την αφεντιά μου, στο ιστολόγιο τούτο, καθώς και τα δικά σας, στην κιθάρα που πασχίζω να γρατζουνίσω λίγο καλύτερα, στους φίλους με τους οποίους ξεμακρύναμε, ψάχνοντας να ξαναπιαστεί το νήμα, με τη Ν. να ψάχνουμε χρόνο να βρεθούμε, και μέ τον Ε. ...


...τον όμορφο και απλό στο νου μακρινό μας εξάδερφο, που ήρθε ως εξ ουρανού, κρατώντας κλειδιά για πόρτες κλειστές στο στόμα του, χωρίς να το ξέρει.




Όχι, να μην πιστέψω τον κ. Bryan Ferry, τον ευγενή δανδή, il y a plus que le passe, πρέπει να υπάρχει και κάτι ακόμα να μας συνδέει, μεταξύ μας και με τον τόπο, όχι μόνο το παρελθόν -ένα παρελθόν, απ' το οποίο επιλεκτικά διαλέγουμε ένδοξες στιγμές και γαντζωνόμαστε, αφήνοντας ένα παρόν σχεδόν ανύπαρκτο, να παραπαίει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα στο ρεύμα του ανέμου.


Έτσι, καθώς κυλά ο Γενάρης ετούτου του χρόνου.

3 Δεκ 2007

Χρόνια καλά, αγαπητέ κύριε Διονύση


Αρχές Δεκέμβρη, 1944.


"... με μια μοτοσυκλετα του ΕΛ.Α.Σ." η ετοιμόγεννη μάνα του μεταφέρεται για να γεννήσει.


Έτσι γεννήθηκε στη Σαλονίκη.


Χειμώνας '86-'87. Χάρη σε έναν αδελφικό φίλο, αρχίζω να παρακολουθώ την εκπομπή "ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ". Ακολουθούν οι δίσκοι, γραμμένοι σε κασέτες από φίλους και συμμαθητές. Ξυπνάω και κοιμάμαι με το κασετόφωνο να παίζει Σαββόπουλο εκείνα τα χρόνια - οι γονείς μου πρέπει μάλλον να δοκιμάστηκαν.


Πρώτη φορά τον βλέπω ζωντανά στο επίμαχο πρόγραμμα "Το Κούρεμα". Τσαντίζομαι με δεξιούς συγγενείς που σπεύδουν ν' αγκαλιάσουν το Σαββόπουλο και τη "στροφή" του. Ανάθεμα κι αν καταλαβαίνουν τίποτα.


Στα χρόνια που ακολουθούν, τον βλέπω ζωντανά τουλάχιστον δεκαπέντε φορές ακόμα. Θυμάμαι ως ένα από τα καλύτερα προγράμματα που παρακολούθησα ποτέ, το "Σαββόραμα" στο Μέγαρο Μουσικής - κι ως ένα από τα πιο φτωχά του, τις κοινές εμφανίσεις με τον Πάριο στο Ρεξ. Aλλά είναι άλλη εμπειρία η ζωντανή του παρουσία, όπως και νά 'χει.


Καβγάδες, διαφωνίες πολύωρες με συμφοιτητές, όπου εγώ έπαιρνα πάντα το ρόλο του υπερασπιστή του Σαββόπουλου. Α, ναι, υπήρξα "fan".


Υπήρξε εποχή που μπορούσα να τραγουδήσω όλους τους "Αχαρνής", μαζί με τις παρλάτες - από τους σπουδαιότερους δίσκους του. Στα λεωφορεία, κι αργότερα στις σκοπιές στο στρατό, μέτραγα την ώρα τραγουδώντας από μέσα μου το "Μακρύ Ζεϊμπέκικο για το Νίκο"(Κοεμτζή) - δεκατέσσερα λεπτά τραγούδι, ανατριχιαστικό κι ένα από τα σπουδαιότερα που έγραψε ποτέ.




Για τον έφηβο που υπήρξα κάποτε, ο Σαββόπουλος υπήρξε ίνδαλμα, είδωλο, έρωτας. Ο καλλιτέχνης που πάντα ήθελα να γνωρίσω από κοντά.


Όταν παρουσίαζε τα τραγούδια που αργότερα αποτέλεσαν το "Μην πετάξεις τίποτα", στο ραδιόφωνο, του έστειλα ένα γράμμα - συναισθηματικό, εφηβικό, αλλά αρκετά αγαπησιάρικο και δίκαιο, θαρρώ. Απάντησε από τον αέρα - έχω ακόμα την κασέτα της εκπομπής, χάρη σε μια καλή φίλη που την είχε ηχογραφήσει. Επικοινωνήσαμε τηλεφωνικά, μα δε βρεθήκαμε ποτέ.


Άλλο στιγμιότυπο: Όταν παρουσίαζε τα τραγούδια από το "Μην πετάξεις τίποτα" στα "9/8" της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, κάπου δώδεκα χρόνια πριν, πάμε με άλλους δύο φίλους στα καμαρίνια μετά το τέλος του προγράμματος. Συζητάμε μαζί του γύρω στη μιάμιση ώρα, και την άλλη μέρα διαπιστώνουμε με τρόμο και αγανάκτηση ότι δεν θυμόμαστε σχεδόν τίποτε - ήμαστε στουπί.



Τα χρόνια περνούν, ο χρόνος δε χαρίζεται σε κανέναν. Δεν είμαι πια έφηβος και δεν θαυμάζω έτσι εύκολα πια, ούτε εξιδανικεύω.

Ξέρω πως το ίνδαλμα των δεκάξι μου χρόνων κουβαλά αδυναμίες πολλές. Ξέρω για το δύσκολο του χαρακτήρα του, για το ναρκισσισμό του, τις παλινωδίες του. Ξέρω, πως αν βρισκόμασταν κλειδωμένοι σ' ένα δωμάτιο, ίσως να τρώγαμε τα μουστάκια μας. Αλλά τον αγαπάω - όσο μπορεί κανείς να αγαπά κάποιον με τον οποίον έχει σχέση μόνο δια της τέχνης, αν κάτι τέτοιο λογίζεται για σχέση. Και δεν είμαι πια τόσο πουριτανός, όσο κάποτε. Ξέρω πόσο αντιφατικά πλάσματα είμαστε οι άνθρωποι, δεν αξιώνω από το δημιουργό να είναι όπως τον έπλασε η φαντασία κι οι προβολές μου, κι ούτε αμφιβάλλω για την αλήθεια του έργου, όταν έρχονται στο φως οι αδυναμίες του καλλιτέχνη.

Η σχέση μου με το έργο του Σαββόπουλου με πλούτισε. Πέρα από το ότι στάθηκε καθοριστική για το πώς αντιμετωπίζω το τραγούδι -τι προσέχω, τι ζητάω, τι περιμένω- στάθηκε και αφορμή για σπουδή σε λειτουργίες της τέχνης που θεωρώ μυστηριακές.

Σκέπτομαι πόσο μαγικό πράγμα είναι αυτό το "τεχνητό φως", όπως ονόμασε την τέχνη ο ίδιος ο Σαββόπουλος στο εξαίσιο "Το φως στις δέκα το πρωί". Πόσο αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα και τις αντιφάσεις μας. Πόσο υπέροχο και σωτήριο είναι το έργο που επιτελεί, καθώς φέρνει στο φως τα μύχια της ψυχής μας και δίνει μορφή σ' εκείνα που αφουγκραζόμαστε μυστικά. Πόσο καίρια είναι, για ανθρώπους με αδυναμίες και αναπηρίες, όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, όπως εγώ.

Ναι, τα χρόνια περνούν. "Ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός" - η σχέση αποκαλύπτει την ουσία, κι ό,τι μένει απ' το αδυσώπητο κύλημα του καιρού, είναι κάποιες στιγμές αποκαλυπτικές της αλήθειας μας. Κάμποσες από αυτές τις στιγμές μου ταυτίστηκαν με τραγούδια του Σαββόπουλου.

Ο Σαββόπουλος δε γράφει πια, κι είναι μάλλον οριστικό. Ο ίδιος έχει πει πως τώρα πια του μένει να μάθει να σηκώνει τον εαυτό του μ' όλο του το χάλι, και πως όλα εκείνα που τραγούδησε, όσο σημαντικά κι αν είναι, από ένα σημείο και έπειτα είναι παραπειστικά κολπάκια, για να αποφευχθεί ακριβώς αυτό.

Εύχομαι να το καταφέρει, και τα χρόνια που έχει μπροστά του να είναι φωτεινά.

Σημείωση: Το βιβλίο "Διονύσης Σαββόπουλος - Ποιητική, Παράδοση, Πνεύμα" του Δημήτρη Καράμπελα, είναι το βιβλίο που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ για το έργο του Διονύση Σαββόπουλου. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Μεταίχμιο".

1 Δεκ 2007

George Harrison (25/02/1943 - 29/11/2001)


Ο "ήσυχος" Beatle.

Ταλαντούχος - αλλά παρέμεινε επί μακρόν στη σκιά των Lennon και McCartney (σε κάποιο βαθμό, οι προστριβές ανάμεσα σ' αυτόν και τον McCartney, συνέβαλαν στη διάλυση της τετράδας).

Μέσα από τη γνωριμία του με τον Ravi Shankar, δασκάλου του στο sitar, ήρθε σ' επαφή με την παράδοση του Ινδουισμού. Ήταν πολύ του συρμού η ενασχόληση με τον Ανατολίτικο μυστικισμό εκείνα τα χρόνια. Εκείνος, όμως, το πήρε στα σοβαρά. Και η πίστη ήταν κάτι που τον χαρακτήριζε για όλη του τη ζωή.

Για το τραγούδι "Bangladesh", που μπορείτε να δείτε και ν' ακούσετε παραπάνω:

Στα 1971, λίγο μετά τη διάλυση των Beatles, ο Shankar (που κατάγεται από το Μπαγκλαντές) ζήτησε από τον Harrison να οργανώσει κάποια εκδήλωση, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για το λιμαζόμενο λαό του Μπαγκλαντές.

Σε μια εβδομάδα, ο Ηarrison είχε εξασφαλίσει τη συμμετοχή του Clapton, του Dylan και πολλών άλλων. Το αποτέλεσμα ξεπερνούσε κατά πολύ τις προσδοκίες του Shankar. Έγιναν δύο συνεχόμενες συναυλίες στη Madison Square, με προσέλευση τουλάχιστον 40.000 ανθρώπων.

Σήμερα, η συμμετοχή των rock stars σε τέτοιου είδους γεγονότα μοιάζει αυτονόητη. Εκείνος, όμως, ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν τη δύναμη που του έδινε η φήμη και η απήχησή του για έναν τέτοιο σκοπό και ο πρώτος που οργάνωσε μια τέτοια συναυλία. Ήταν 28 χρονών.


Πέρασαν κιόλας έξι χρόνια από τη μέρα που πέθανε. Μοιάζει απίστευτο - θα ορκιζόμουν ότι ήταν το πολύ πρόπερσι που διάβασα στο internet την είδηση.


Απ' ό,τι λένε, έφυγε ήρεμος, συμφιλιωμένος, δίχως φόβο.


Μου λείπει η ζεστή του παρουσία.











Το "Ηere Comes the Sun", που γράφτηκε μια ηλιόλουστη μέρα στον κήπο του Eric Clapton, είναι από τα πιο δροσερά και φωτεινά τραγούδια που ξέρω. Εδώ μπορείτε να το δείτε σε ένα απόσπασμα από τη συναυλία για το Μπαγκλαντές και αμέσως από κάτω, από το "Saturday Night Live", με οικοδεσπότη για εκείνη τη βραδιά τον Paul Simon (bonus: το "Homeward bound" του Simon).

25 Οκτ 2007

Προσευχή

LEONARD COHEN, If it be Your wil

If it be your will
That I speak no more
And my voice be still
As it was before
I will speak no more
I shall abide until
I am spoken for
If it be your will
If it be your will
That a voice be true
From this broken hill
I will sing to you
From this broken hill
All your praises they shall ring
If it be your will
To let me sing
From this broken hill
All your praises they shall ring
If it be your will
To let me sing

If it be your will
If there is a choice
Let the rivers fill
Let the hills rejoice
Let your mercy spill
On all these burning hearts in hell
If it be your will
To make us well

And draw us near
And bind us tight
All your children here
In their rags of light
In our rags of light
All dressed to kill
And end this night
If it be your will

If it be your will

22 Οκτ 2007

Don Mc Lean, "Vincent"


Starry
starry night
paint your palette blue and grey

look out on a summer's day
with eyes that know the
darkness in my soul.
Shadows on the hills
sketch the trees and the daffodils

catch the breeze and the winter chills

in colors on the snowy linen land.
And now I understand what you tried to say to me

how you suffered for your sanity
how you tried to set them free.
They would not listen
they did not know how

perhaps they'll listen now.

Starry
starry night
flaming flo'rs that brightly blaze

swirling clouds in violet haze reflect in
Vincent's eyes of China blue.
Colors changing hue
morning fields of amber grain

weathered faces lined in pain
are soothed beneath the artist's
loving hand.
And now I understand what you tried to say to me

how you suffered for your sanity
how you tried to set them free.
perhaps they'll listen now.

For they could not love you
but still your love was true

and when no hope was left in sight on that starry
starry night.
You took your life
as lovers often do;
But I could have told you
Vincent
this world was never
meant for one
as beautiful as you.

Starry
starry night
portraits hung in empty halls

frameless heads on nameless walls
with eyes
that watch the world and can't forget.
Like the stranger that you've met

the ragged men in ragged clothes

the silver thorn of bloddy rose
lie crushed and broken
on the virgin snow.
And now I think I know what you tried to say to me

how you suffered for your sanity

how you tried to set them free.
They would not listen
they're not
list'ning still
perhaps they never will.

14 Αυγ 2007

Αφιερώσεις... και Μανίες.

Φίλε Μπάμπη, κοίτα τι ξέθαψε κάποιος και το εβαλε στο you tube... Nα είναι καλά ο άνθρωπος...

Στ' αφιερώνω.



Αυτό για τον Old Boy.



Αυτό για τη Γεωργία... Που έριξε μαύρη πέτρα.



Αυτό το εξαίσιο άσμα, από τις πολύ μεγάλες στιγμές του Διονύση, αφιερώνεται εξαιρετικά στον κυρ-Γιώργη Χοιροβοσκό...



Για το τέλος, το παρακάτω αριστούργημα, υπό μορφήν και εν είδει ντοκουμέντου, αφιερωμένο στην Credit.Θα προτιμούσα την παλαιά εκτέλεση, αλλά δεν την ηύρα στο you tube...

Post Σύντομο και Ετεροχρονισμένο

Ήταν όμορφα την Τετάρτη, 25 του Ιουλίου, στο Ηρώδειο....

Η Νόρα σε μεγάλα κέφια, ζεστή, αστεία, ομορφούλα, με διάθεση επικοινωνίας με τον κόσμο.
Παρά τη ζέστη, το χάρηκα, κι ας μην τρελαίνομαι γι' αυτή τη μουσική -εν αντιθέσει με τη Ν., που πίνει νερό στ' όνομα της miss Jones, και η οποία μαγεύτηκε.

Το μόνο σπαστικό, οι κάθε λογής άσχετοι, που βρέθηκαν εκεί για να λένε ότι "Πήγαν Ηρώδειο", και οι οποίοι άρχισαν να φεύγουν πριν τελειώσει, στερώντας μας τη δυνατότητα ενός πιο παρατεταμένου encore.


6 Ιουλ 2007

Still his guitar gently weeps...

Φεύγοντας, να σας τρατάρω με κάτι...

Αυτό το τραγούδι του πρόωρα αναχωρήσαντος George Harrison, είναι από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια.

Eδώ, είναι από τη Συναυλία για το λιμαζόμενο Bangladesh, το 1971.




Για όσους δεν τον αναγνώρισαν, ο άλλος κιθαρίστας είναι ο Eric Clapton.

Και εδώ, από τη συναυλία εις μνήμην του Harrison το 2002.




Αυτή εδώ η διασκευή, έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Και φρεσκάδα.

Στο επανιδείν!


18 Ιουν 2007

Σαν σήμερα


Διάβαζα στης Πασταφλώρας τι τράβηξαν στο Eject όσοι πήγαν να δουν και ν' ακούσουν τους Beastie Boys.

Κι έτσι θυμήθηκα, πριν έναν ακριβώς χρόνο, 18 Ιουνίου του 2006, τη συναυλία του Roger Waters στα πλαίσια του Terravibe στη Μαλακάσα.


Εμείς, είχαμε σταθεί πολύ πιο τυχεροί. Εξαιρουμένης της τεράστιας ταλαιπωρίας -παρκάραμε 2,5 χλμ. μακριά, πάει να πει πολύ περπάτημα πριν και μετά τη συναυλία, και κάναμε περί τη μιάμιση ώρα να βγούμε στην Εθνική μετά το τέλος- η συναυλία ήταν μια από 'κείνες τις στιγμές...


Εκείνες, που δικαιώνουν τις προσδοκίες που έτρεφαν κάποιοι σαν εμένα για 17 χρόνια και βάλε, προκειμένου να αξιωθούν να παρευρεθούν σε μια τέτοια βραδιά.



Ο Roger ήταν εξαιρετικός. Πολύ ζωντανή παρουσία, με πολλή όρεξη. Και τα τραγούδια, παιγμένα άψογα: Μεταξύ άλλων, In the flesh, Set the controls for the heart of the sun, Sheep, Shine on you crazy diamond, Wish you were here, το πολιτικό Leaving Beirut και όλο το Dark Side of the Moon στο β' μέρος. Και στο encore, Bring the boys back home, Vera, Comfortably numb.


Εμπειρία, να παρακολουθείς ζωντανά μία από τις σημαντικότερες συνθέσεις στην ιστορία της rock μουσικής, παιγμένη από τον ζωντανό μύθο που τη δημιούργησε.


Πενηντάρηδες, σαραντάρηδες, τριαντάρηδες, έως δεκαεξάρηδες, ήξεραν απ' έξω τους στίχους και τους τραγουδούσαν- παρντόν: τους ούρλιαζαν.



Αντιφατική προσωπικότητα ο Waters, καθώς συμβαίνει συχνά. Περιέγραψε με εξαιρετική διεισδυτικότητα την ανθρώπινη αποξένωση, πράγμα που δεν εμπόδισε τις εξουσιαστικές του τάσεις -απ' ό,τι λέγεται- να οδηγήσουν στη διάλυση του γκρουπ.

Τα τελευταία χρόνια, νιώθω να λείπει κάτι από την τέχνη του. Και δεν εννοώ την αναμενόμενη κάμψη στη σύνθεση και τη στιχουργική του, που έρχεται συν τω χρόνω (τα όσα έργα κυκλοφόρησε μετά τους Floyd έχουν αξιόλογες στιγμές, αλλά δεν είναι κάτι ιδιαίτερο σαν συνολικές δουλειές), αλλά και την ίδια την οπτική του. Νιώθω να τον διακατέχει ένα κόλλημα, μια εμμονή στην πολιτική ματιά πάνω στα πράγματα. Σαν να λείπει αυτό που θα "μπόλιαζε" την τέχνη του με νέα, φρέσκια πνοή.

Ίσως να είναι αναπότρεπτο. Ίσως, σκέπτομαι, μόνο μια μεταφυσική πρόταση -που να έχει νόημα, να μην αποτελεί κατασίγαση με θρησκευτικά ματζούνια των ορμέμφυτων, αρχέγονων φόβων του ανθρώπου- να μπορεί να βοηθήσει να αρθρωθεί κάτι πιο πέρα από όλα αυτά. Μια πνοή σαν αυτή που νιώθει κανείς ακούγοντας το Anthem, ή το Ιf it be Your will του Leonard Cohen.

Όπως και νά 'χει, αυτά είναι λεπτομέρειες, όσον αφορά τη δική μου σχέση με το έργο του.
Η τέχνη του Waters αποτελεί τμήμα της προσωπικής μου, εσωτερικής αποσκευής από όταν ήμουν 17 χρονών.


Οι φωτό αλιεύθηκαν από το internet.

6 Μαΐ 2007

Προορισμός

Το σίγουρο είν' ότι ξεκίνησα πάλι αργά

Και πάω με τα πόδια, συνέχεια χαζεύω, κοιτάζω
Μυρμήγκια που σκάβουν στου κόσμου το ρήμαγμα
Μου λένε να σκάψω λιγάκι κι εγώ, μα διστάζω


Κι αν είμαι σε κάτι στ' αλήθεια καλός
Φοβάμαι πως είναι το αμήχανο βήμα
Μα εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως
Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός
Κι αν είναι ένας τρόπος για να' ρθω είν' αυτός
Ν' αλλάζω στη διαδρομή συνεχώς


Το σίγουρο είν' ότι πηγαίνω στην ομορφιά
Μα μέσα μου αντίπαλος βιάζεται, τρέχει να φτάσει
Κοιτάω τ' όνομά του που αστράφτει στην αγορά
Ακούω το τραγούδι του που θέλει απλά να σου μοιάσει


Κι αν είναι σε κάτι στ' αλήθεια καλός
Φοβάμαι πως είναι ο μηχανισμός του
Μα εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως
Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός
Κι ο δρόμος σου σίγουρα δεν είν' αυτός
Να μένω ο ίδιος, μα πιο βιαστικός


Το σίγουρο είν' ότι δεν υπάρχει σιγουριά
Στο δρόμο αυτό δεν υπάρχουν ταμπέλες και βέλη
Μονάχα ουρανός και αέρας και μοναξιά
Κι αυτό που η καρδιά μου συνέχεια κι ακούραστα θέλει


Κι αν είμαι σε κάτι στ' αλήθεια καλός
Το ξέρω πως είναι ότι απλά συνεχίζω
Κι εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως
Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός
Θα φτάσω εκεί κάποτε- θα'ρθει ο καιρός-

Να σου τραγουδήσω να γίνουμε φως...


Το παραπάνω τραγούδι ανήκει στον νέο δίσκο του Φοίβου Δεληβοριά, με τίτλο "Έξω".
Όμορφο. Από τις πολύ καλές στιγμές της νέας δουλειάς.

Είναι καλή περίπτωση ο Φοίβος. Διεισδυτικός, ποιητικός, κεφάτος. Μιλά τη γλώσσα του καιρού μας, είναι ένας νέος του καιρού μας - χωρίς καμμιά ενοχή γ' αυτό, και χωρίς την πόζα των μαυροντυμένων, τάχα αυτοκαταστροφικών και καταθλιπτικών τύπων που αναμασούν μια μίζερη μανιέρα και την σερβίρουν ως "τέχνη".

Κι είναι και καλό παιδί.

Οι φωτό είναι από το χτεσινό πάρτυ-παρουσίαση του δίσκου στο "ΖΥΓΟ" της Κυδαθηναίων. Copyright δ'κ'όμ'!

Κι ένα ανέκδοτο που είπε χτες ο Φοίβος, από εκείνα τα κουφά που ενθουσιάζουν, ενίοτε, ανθρώπους σαν κι αυτόν -ή σαν κι εμένα:

-Πώς έλεγαν τη γιαγια της Χιονάτης;
-Πώς;
-Χιονάτη...