Η καλύβα του Παππού: 24 Μαρ 2007

24 Μαρ 2007

Οι σουπιές του κυρ-Νίκου

(μικρό προσωπικό σχόλιο, στο περιθώριο της διαμάχης για το επίμαχο βιβλίο της Ιστορίας)

Του άρεσαν οι μεζέδες του κύριου Νίκου, ήτανε πολύ μερακλής. Κι είχε αδυναμία, πάθος σωστό με τα θαλασσινά. Έβγαινε, λοιπόν, συχνά κι έκανε μια μεγάλη βόλτα, στην μεταπολεμική Αθήνα του ’50, κατέβαινε στην αγορά και ψώνιζε. Τα θαλασσινά τότε στα τύλιγε ο έμπορος σ’ ένα χάρτινο χωνί – μια φορά, λέει, είχε πάρει κάτι οστρακοειδή, ζωντανά βέβαια, και μέσα στο λεωφορείο, καθώς γύριζε στο Παγκράτι, όπου έμεναν τότε, εκείνα τα δόλια αρχίσανε να σαλεύουν και να βγαίνουν από το χαρτί. Εκείνος για πολλή ώρα δεν πήρε πρέφα τίποτε, μέχρι που οι άλλοι επιβάτες άρχισαν να κοιτούν περίεργα, μια αυτόν, μια το χωνί από εφημερίδα που κρατούσε στα χέρια του, κι απ’ όπου τα μικρά οστρακόδερμα πάσχιζαν να βγουν.

Τότε δεν ήταν εύκολα τα πράγματα για τις νοικοκυρές- το να καθαρίζεις σουπιές, ήταν ολόκληρη περιπέτεια.
Η έρημη η κυρα-Ειρήνη, η γυναίκα του, καλή της ώρα, μια μέρα δεν άντεξε: Σαν μπήκε εκείνος,
όπως τόσες και τόσες φορές, κι όλο καμάρι ανήγγειλε «Πήρα κάτι σουπιές», εκείνη έσπασε. Του βούτηξε απ’ τα χέρια το χωνί κι άρχισε να χτυπάει μ’ αυτό τον καναπέ, χωρίς να νοιάζεται για τα μελάνια που πετάγονταν προς κάθε κατεύθυνση, φωνάζοντας και μονολογώντας διάφορα ακατάληπτα- πλην συνήθη, αναμενόμενα και εντελώς ανθρώπινα.

Δεν ξέρω πόσος καιρός πέρασε μέχρι να ξαναψωνίσει σουπιές ο κυρ-Νίκος, ίσως να μην το ξανατόλμησε έκτοτε.

Σμυρνιός, είχε έρθει στην Ελλάδα με την Καταστροφή. Ψηλός, ογκώδης, ήπιος άνθρωπος – από τους λίγους αυθεντικά γαλήνιους ανθρώπους που είχα την τύχη να γνωρίσω. Κοσμοπολίτης- τρεις γλώσσες μιλούσε, και διάβαζε πολύ, παντός είδους πράματα. Ευλαβής, αν και δεν πήγαινε συχνά στην εκκλησία. Με πίστη βαθιά, για την οποία δεν έλεγε τίποτα. Δεν κατηγόραγε τον άλλον, ό,τι κι αν λεγόταν γι’ αυτόν. Για έναν ταλαντούχο, αλλά φοβερά ναρκισσιστή πολιτικό, που έχει πεθάνει κι αυτός εδώ και χρόνια, κι άλλοι ομνύουν στ’ όνομά του, ενώ άλλοι τον βλαστημάνε, όπως βλασφημούσαν και τότε που ζούσε κι εύχονταν να «του στείλει ο Θεός κανένα καρκίνο», το πιο πολύ που τον άκουσα να λέει ήταν πως είναι «ζευζέκης»- πάει να πει ανόητος, χαζός, εκτός πραγματικότητας. Και γέλαγε, ανάβοντας το τσιμπούκι του.

Δεν έκανε ποτέ κακό σε ζωντανό πλάσμα του Θεού, κι είχε μεγάλη αγάπη στα ζώα. Γάτες, κουνέλια, καναρίνια, απ’ όλα έτρεφε – κιβωτός του Νώε ήταν το σπίτι τους.
Μόνο τα ποντίκια φοβότανε, κι έλεγε να τα σκοτώνουμε, γιατί είχε ζήσει τη χολέρα στη Σμύρνη.

Στους Αγγλογάλλους τους τό 'χε κρατημένο απ’ το ‘22, μα όσο για τους γείτονές μας, απ’ την άλλη μεριά της θάλασσας, όταν πηγαίνανε άλλοι να τον μπλέξουν σε συζητήσεις περίεργες, εκείνος έλεγε μόνο: «Οι Τούρκοι, μπρε, είναι καλοί άνθρωποι».



Πάνε κοντά εικοσιπέντε χρόνια που κοιμήθηκε. Ήταν ο παππούς μου.