Η καλύβα του Παππού

8 Ιαν 2008

Μόναχο



Δευτέρα 24, παραμονή, φύγαμε για Μόναχο.


Μετά από κάτι λιγότερο από δύο ώρες, φάνηκαν οι Άλπεις.

Εξαίσιο το θέαμα - επίσης, καθώς με είχε κόψει η πείνα, συνειδητοποίησα πως μάλλον οι Άλπεις ήταν αυτές που παρείχαν στους maitres της ζαχαροπλαστικής την έμπνευση για τη δημιουργία του γνωστού γλυκού Black Forest - Μέλας Δρυμός, επί το ελληνικότερον.

Για δείτε κι εσείς... Δε μοιάζει;!




Kαθώς κατεβαίναμε, είδαμε αυτό το τοπίο κι αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε πως θα νιώθαμε Χειμώνα.










Κι εδώ κάποιες απόψεις της περιοχής που μέναμε, το Schwabing. Όμορφη γειτονιά, γεμάτη εξαιρετικά σπίτια, των αρχών του 20ού αιώνα τα περισσότερα - έχω κάποια αδυναμία στα Altbauten (=παλαιά κτίρια, σπίτια- για τα Γερμανικά μου έχω κάποιες αμφιβολίες). Αυτό που ασπρίζει στις στέγες είναι παγετός (οι καιρικές συνθήκες ήταν κάπως ασυνήθιστες: χαμηλές θερμοκρασίες και καθόλου χιόνι.)









Η παραπάνω φωτογραφία είναι από τη Χριστουγεννιάτικη αγορά της περιοχής.




Είπαμε, η περιοχή -και η πόλη, γενικά- είναι πολύ όμορφη, αυτό όμως δε σημαίνει πως δε βλέπει κανείς και μερικές αηδίες σαν την παρακάτω...









Λίγες φωτογραφίες από το πανέμορφο σπίτι που μείναμε. Πέμπτος όροφος, Dachgeschoss, δηλαδή "στεγόσπιτο", κοινώς σοφίτα. Χωρίς ασανσέρ. Ο Π. και η Π. που μας φιλοξενούσαν, φίλοι της Ν. από παλιά, πολύ φιλόξενοι, ενδιαφέροντες και ευχάριστοι.






Ακριβώς από πάνω, η Ferdie, που ενθουσιάστηκε με το παιχνιδάκι που της χαρίσαμε (τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ράτσας της, δεν επιτρέπουν τον ενθουσιασμό να φανεί στο πρόσωπό της...)



Στη Marienplatz.











Χριστούγεννα μας κάλεσαν ο Κ. και η Μ., έλληνες που ζουν στο Μόναχο χρόνια. Ήταν πολύ ζεστά, οικογενειακά, όμορφα.




Η γειτονιά, αρκετά εκτός του κέντρου, απλή και προσεγμένη, με χαμηλά σπιτάκια, καθένα από τα οποία είχε κι ένα κηπάκι. Τους κοινόχρηστους χώρους, από παρκάκια μέχρι παιδικές χαρές, τους περιποιούνται όλοι μαζί, αυτονόητα, και περνούν πολύ καλά.

Κάτι τέτοια είναι που με κάνουν και ντρέπομαι, που σ' εμάς εδώ κάτι τέτοιο είναι η εξαίρεση των εξαιρέσεων. Πώς συνέβη, πώς λησμονήθηκε αυτό το ήθος -πείτε το κοινή λογική, αν προτιμάτε-, πώς γίναμε ένας λαός κακομαθημένων που τα αξιώνουν όλα από το Μεγάλο Μπαμπά-Κράτος, είναι αντικείμενο μακροσκελούς συζήτησης.







Το σούρουπο κάναμε μια μεγάλη βόλτα στο κρύο τοπίο.







Το κτίριο της Alte Pinakothek, όπου θαυμάσαμε -εν τάχει- έργα των Giotto, Greco, Da Vinci και άλλων.








Το κτίριο της Νέας πινακοθήκης -Neue Pinakothek. Το βρήκα εξαίρετο, οι φωτογραφίες το αδικούν. Μακάρι και τα μουσεία που χτίζουμε εδώ να ήταν ανάλογης αισθητικής - αλλά ας μην αρχίσω.



Είδαμε Van Gogh...





Gauguin...

και Klimt...






...αυτός ο πίνακας του Ferdinand Hodler, όμως, με τίτλο "Αυτοί που κουράστηκαν απ' τη ζωή", μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση.



Το είχα παρατηρήσει και στο Βερολίνο αυτό, την αστεία, για τα δικά μου μάτια, εμμονή να γίνονται άκρως περιγραφικοί στους τίτλους των έργων.






Ο παρακάτω πίνακας έχει τον απροσδόκητο τίτλο "Έλατα στο χιόνι".

Δεν φτάνει, βέβαια, το κορυφαίο "Ερείπια Πύργου με Δράκο", που είχα θαυμάσει στο Βερολίνο, και απεικόνιζε-μαντέψατε; Έναν ερειπωμένο πύργο, στην κορυφή του οποίου κοιμόταν ένας δράκος...




Στον πανέμορφο Αγγλικό Κήπο, δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων. Λιακάδα, το νερό παγωμένο, ο κόσμος να αψηφά τις προειδοποιητικές πινακίδες και να χαίρεται παντοιοτρόπως τον πάγο... άλλη μια ρωγμή στο στερεότυπο που έχουμε στο νου για τους Γερμανούς...



























Το παραπάνω κουτάκι παρέχει σακκουλάκια, με τα οποία μαζεύει ο καθένας τα περιττώματα του σκύλου του. Μια ιδέα που αν κάποιος λάνσαρε εδώ, μάλλον θα πτώχευε λίαν συντόμως.




Και κάποιες σκόρπιες φωτογραφίες από την πόλη.







Μια μέρα πήγαμε στο Garmisch, το πιο δημοφιλές θέρετρο της Βαυαρίας. Περπατήσαμε την περίμετρο της παγωμένης λίμνης Eibsee. Τι άλλο να πω, οι φωτογραφίες είναι αρκούντως εύγλωττες, νομίζω.



Ακούσαμε και τη "φωνή" του πάγου, ένα άγριο, υπόκωφο βρυχηθμό, ήχος που παράγεται όταν ο πάγος σπάει και τα κομμάτια του τρίβονται μεταξύ τους.





Το ίδιο το Garmisch είναι ωραίο και γραφικό, αν και αρκετά τουριστικό.








Άποψη του Isar, του ποταμού που διατρέχει την πόλη του Μονάχου.









Στο ζωολογικό κήπο, όπου είχα την τύχη να δω τους ελέφαντες να παίρνουν το μπανάκι τους. Παρά τη μελαγχολία του βλέμματος στην παρακάτω φωτογραφία, το απολάμβαναν με την ψυχή τους!




Το μεγάλο τζερτζελέ έκαναν οι πιγκουίνοι, προς τέρψιν μικρών και μεγάλων.






Λόγω γωνίας λήψης, η διαφορά μεγέθους ανάμεσα στον άνθρωπο και την αρκούδα, που περιμένει λαίμαργα το φαγητό της, έχει υπερτονιστεί. Ακόμα κι έτσι, όμως, είναι τεράστιο ζώο. Σε λίγα χρόνια, κατά πάσα πιθανότητα, μόνο σε ζωολογικούς κήπους θα υπάρχουν πια.





Αν θυμάμαι καλά, πρόκειται για θαλάσσιους λέοντες. Όμορφα πλάσματα, απροσδόκητα άγρια η φωνή τους.










Στη Γλυπτοθήκη. Mεταξύ των άλλων, εκτίθενται τα αετώματα από το ναό της Αφαίας, στην Αίγινα, αλλά δεν τα φωτογράφησα.

Μικρό και πολύ περιποιημένο μουσείο, ιδανικός χώρος στέγασης τέτοιων γλυπτών.






Ο κάτωθι κοιμώμενος Φαύνος, κάπως αναιδώς ξαπλωμένος, to say the least, έχει ενδιαφέρουσα ιστορία - περισσότερα εδώ.










Σούρουπο στο Lenbachhaus, άλλοτε οικία του ζωγράφου Lenbach, σήμερα μουσείο με αξιόλογη συλλογή με έργα εξπρεσιονιστών -Kandinsky, κτλ.







Παραμονή Πρωτοχρονιάς, και μας έκανε την τιμή να χιονίσει για λίγο. Φωτό τραβηγμένες πέριξ της Virktualienmarkt, της κεντρικής υπαίθριας αγοράς τροφίμων της πόλης.










Μετά το.... άκρως υγιεινό δείπνο της παραμονής - fondue με κρέας και λαχανικά μέσα σε ζωικό λίπος (γενικά υπάρχει μια μανία με την υγιεινή ζωή, αλλά τα αλλαντικά έχουν την τιμητική τους καθ' εκάστην στη Βαυαρία, πράγμα που μοιάζει να ακυρώνει όλα τα υπόλοιπα, βιολογικά αυγά, ντοματάκια, κτλ), οι οικοδεσπότες και οι άλλοι καλεσμένοι πήγαν λίγο έξω από την πόλη, να θαυμάσουν τα πυροτεχνήματα.


Εμείς βαριόμασταν και προτιμήσαμε να τα δούμε απ' το παράθυρο.














Πρωτοχρονιά στις 09:30, ώρα Γερμανίας, φύγαμε.








Το Βερολίνο είναι η πρώτη αγάπη, και μάλλον θα παραμείνει. Αλλά και το Μόναχο με κέρδισε.

Θα ξαναπάω...

Καλή χρονιά σε όλους.

21 Δεκ 2007

Καλά Χριστούγεννα!

Δευτέρα πρωί, πετάμε για Μόναχο.
Μπρρρρ!!! Οι θερμοκρασίες είναι αρκετά χαμηλές εκεί, οπότε ο Πάππος θα λανσάρει τη μόδα "Κρεμμύδι".

Επιστρέφουμε ανήμερα Πρωτοχρονιά, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, αν όλα πάνε καλά.

Εύχομαι Καλά Χριστούγεννα σε όλους. Να τα περάσετε καλά, παρέα με εκείνους που αγαπάτε.

Κι αν οι γιορτές δεν σας πάνε, αν σας ρίχνουν, αν η κυρίαρχη "καταναλωτίλα" σας προκαλεί αλλεργία, τι να πω... Υπομονή.

Αν κάνετε κέφι, περάστε από τα Φωτογραφικά Τετράδια , όπου έχω αναρτήσει κάτι ολίγες φωτό τελευταία.

17 Δεκ 2007

Σινεμά

Χτες βράδυ είδαμε με τη Ν. "Το βιολί" (El violin) του Μεξικανού Φρανσίσκο Βάργκας.

Η ιστορία διαδραματίζεται στις περιοχές των φτωχών αγροτικών πληθυσμών των ιθαγενών στο Μεξικό της δεκαετίας του '70 και αφορά τις προσπάθειες του ηλικιωμένου βιολιστή Δον Πλουτάρκο (στο ρόλο ο έξοχος Δον Άνχελ Ταβίρα, που βραβεύτηκε στις Κάννες γι' αυτήν την ερμηνεία -είναι στα αλήθεια μουσικός και έχει κομμένο χέρι από τον καρπό και ο ίδιος) να βοηθήσει τους επαναστατημένους συγχωριανούς του (μεταξύ των οποίων και ο γιος του) στον αγώνα τους ενάντια στην αυταρχική εξουσία.

Οι μελωδίες του βιολιού του Δον Πλουτάρκο μοιάζουν να εξημερώνουν τα ήθη και να αμβλύνουν τις διαφορές ανάμεσα στον φτωχό μουσικό και τον εκπρόσωπο της εξουσίας, τον μουσικόφιλο διοικητή των κρατικών στρατευμάτων. Όμως η προδοσία, που έρχεται σχεδόν αναπότρεπτα, σημαίνει το τέλος της μουσικής.



Χαμηλών τόνων κινηματογράφηση σε ασπρόμαυρο, δυνατή ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή, συγκινητικά ανθρώπινο το αποτέλεσμα.

Απορία: γιατί το γαϊδουράκι που καβαλούσε ο Δον Πλουτάρκο μεταφραζόταν ως "μουλάρι";!

7 Δεκ 2007

Στης ανομίας τα θρανία...

Tου Πασχου Μανδραβελη


Εχουν ενδιαφέρον όσα μας είπε χθες ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Αλκης Ρήγος. Οχι μόνο γιατί είναι πανεπιστημιακός δάσκαλος, και συνεπώς τέτοια γράμματα μαθαίνει στα παιδιά, αλλά γιατί έχει ένα κοινό για την ελληνική κοινωνία σκεπτικό: ότι οι νόμοι εφαρμόζονται κατά το δοκούν. Αν μας αρέσουν έχει καλώς. Αν δεν μας αρέσουν, όπως γράφει ο ίδιος, «υπερβαίνουμε τις τυπικές διαδικασίες στο όνομα μιας ευρύτερης αίσθησης δικαίου και δημοκρατικής νομιμότητας» («Καθημερινή», 6.12.2007).


Να θυμίσουμε ότι προχθές οι φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου έκαναν πράξη την έκκληση της κ. Αλέκας Παπαρήγα, να ακυρώσουν στην πράξη την εφαρμογή του νόμου-πλαισίου για τα ΑΕΙ. Οχι διά της νόμιμης διαδικασίας, που είναι η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά διά του «επαναστατικού τσαμπουκά». Οι φοιτητές των αριστερών παρατάξεων έκλεψαν την κάλπη και την έκαψαν.


Η πράξη καθαυτή κατά τον κ. Ρήγο ανήκει στο τυπικόν της συζήτησης. Το ουσιαστικό είναι ότι «όλες οι φοιτητικές παρατάξεις κατά καιρούς έχουν υπερβεί με πράξεις τους τις τυπικές διαδικασίες στο όνομα μιας ευρύτερης αίσθησης δικαίου και δημοκρατικής νομιμότητας».
Ας μη μας εκπλήσσει αυτή η απόφανση και θα είναι υποκριτικό να φρικιούν κάποιοι, διότι οι πανεπιστημιακοί πιστεύουν ότι οι δημοκρατικά ψηφισμένοι νόμοι σε μια δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή υπόκεινται σε μιαν ευρύτερη «αίσθηση δικαίου και δημοκρατικής νομιμότητας».


Το ίδιο ακούμε σε κάθε διαδήλωση: «Νόμος (δηλαδή, η τυπική διαδικασία) είναι το δίκιο (η ευρύτερη, κατά Ρήγο, αίσθηση δικαίου) του εργάτη». Με την ίδια λογική οι κάτοικοι των Ζωνιανών «υπερέβαιναν τις τυπικές διαδικασίες» των αστυνομικών ελέγχων «στο όνομα μιας ευρύτερης αίσθησης (κρητικού αυτή τη φορά) δικαίου».


Με την ίδια ευρύτερη αίσθηση δικαίου, ο υπουργός Δικαιοσύνης και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου υπερέβησαν την τυπική διαδικασία της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και άρχισαν να λειτουργούν τις κάμερες.


Γενικώς, στην Ελλάδα, νόμους και κανόνες τους θεωρούμε τυπικές διαδικασίες, που εφαρμόζονται όταν δεν υπάρχει μια διαφορετική «αίσθηση δικαίου». Ρωτήστε κάποιον γιατί στάθμευσε παράνομα το όχημά του: «Μα, πού να παρκάρω;» είναι η απάντηση. Η ευρύτερη αίσθηση του δικαιώματος να παρκάρει, υπερβαίνει την τυπική διαδικασία απαγόρευσης στάθμευσης.


Το κυριότερο πρόβλημα που προβάλλει με την τοποθέτησή του ο κ. Ρήγος, δεν είναι αυτή η επισήμανση περί ανομίας της ελληνικής κοινωνία. Βρίσκεται στην ακροτελεύτια παράγραφο του κειμένου του: Η πανεπιστημιακή κοινότητα, γράφει, «ήταν, είναι -και αγωνιζόμαστε να παραμείνει- ένας δημόσιος θεσμός μιας κοινότητας ενηλίκων πολιτών που δρα ως καθρέφτης και καταλύτης ευρύτερων πολιτισμικών διεργασιών». Κι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Αν «ο καταλύτης των ευρύτερων πολιτισμικών διεργασιών» νομιμοποιεί την ανομία στο όνομα μιας απροσδιόριστης «αίσθησης δικαίου», τότε αυτή η κοινωνία δεν έχει κανένα μέλλον. Οι πολίτες της θητεύουν στα θρανία της ανομίας εξ απαλών ονύχων. Μαθαίνουν ότι η εφαρμογή των νόμων μιας δημοκρατικής κοινωνίας εξαρτάται από τα κέφια κάθε κοινότητας. Είτε αυτή είναι πανεπιστημιακή είτε του Μυλοποτάμου.


Καθημερινή, 07/12


Δεν έχω να σχολιάσω τίποτα. Μόνο να πω πως καθώς περνά ο καιρός, νιώθω να φοβάμαι όλο και πιο πολύ.

Το τέρας αρχίζει να μάς μοιάζει...

Tου Πασχου Μανδραβελη/
pmandravelis@kathimerini.gr

Τρομάξαμε όλοι σαν μάθαμε ότι ομάδες νεοναζί στη Γερμανία επιτέθηκαν εναντίον μεταναστών. «Το τέρας σήκωσε κεφάλι», επιχειρηματολόγησαν κάποιες εφημερίδες. Μα το σημαντικότερο είναι πως τρόμαξαν οι ίδιοι οι Γερμανοί. Ξεσηκώθηκαν, καταδίκασαν το γεγονός, ζήτησαν την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων. Ηξεραν, από την ιστορία τους ότι ο ρατσισμός δεν είναι ένα εξ αποκαλύψεως φαινόμενο. Επωάζεται στις κοινωνίες. Πρώτα γεννώνται τα στερεότυπα, μετά εκστομίζονται κάποιες βρισιές, έπονται οι επιθέσεις για να καταλήξει σε διωγμούς. Γνώριζαν και γνωρίζουμε ότι ο ρατσισμός φύεται στα καλύτερα σπίτια. Η Γερμανία του μεσοπολέμου ήταν στην πρωτοπορία του παγκόσμιου πολιτιστικού γίγνεσθαι. Τόσο, που πολλοί αναρωτήθηκαν «πώς είναι δυνατόν να ακούς Μότσαρτ το βράδυ και το πρωί να οδηγείς ανθρώπους στα κρεματόρια».

Το ανησυχητικό με την επίθεση κατά των Πακιστανών που έγινε την Παρασκευή στο Αιγάλεω δεν είναι το γεγονός καθαυτό. Κάθε κοινωνία παράγει και τους αλήτες της που ξεσπούν επί των αδυνάτων. Ανησυχητικότερη είναι η σιωπή την επομένη της επίθεσης. Η φρίκη που δεν εκδηλώθηκε, η συγκατάβαση που προκύπτει από μια βαθιά πίστη ότι η «ελληνική ψυχή» είναι απρόσβλητη στον ρατσισμό. Είναι η ολιγωρία της αστυνομίας, έπειτα από μια σειρά τέτοιων φαινομένων και ο φριχτός ψίθυρος «Ελα μωρέ, Πακιστανοί ήταν... Κάτι θα έκαναν».

Κάποιοι κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους δικαιολογώντας τη σιωπή με το εφεύρημα των «μεμονωμένων επεισοδίων». Φυσικά και είναι «μεμονωμένο επεισόδιο» η επίθεση με λοστούς και στειλιάρια στο σπίτι κάποιων Πακιστανών, αλλά σάμπως συμβαίνουν κάθε μέρα καταστροφές στα σχολεία σαν αυτή του Παγκρατίου;

Επισημαίναμε και παλιότερα ότι η τρομοκρατία από «μεμονωμένα φαινόμενα« αποτελείτο. Το πιο ανησυχητικό, που επέτρεψε επί 27ετία τους δήθεν επαναστάτες να δολοφονούν ήταν η διάχυτη κοινωνική ανοχή, η άρρητη πολλών παραδοχή πως τα θύματα «δεν είναι και τόσο αθώα», η δικαιολόγηση «πως κάτι θα έκαναν», πως «κάπως θα προκάλεσαν». Μόνο ένας είπε δημοσίως μετά από μια δολοφονία «γεια στα χέρια τους». Το σκέφτονταν όμως πολλοί. Οχι, δεν ήταν τρομοκράτες οι Ελληνες, υπήρξε όμως κοινωνική ανοχή στην τρομοκρατία επί μακρόν. Κυρίως υπήρξε η (καλλιεργημένη) άρνηση πως η τρομοκρατία μας αφορά. Ολοι απέκοπταν τους φόνους από τη στάση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Κανείς δεν ήθελε να σκεφτεί πως η τρομοκρατία ήταν το κακό σπυρί -το σύμπτωμα- μιας κοινωνικής παθογένειας.

Κάποτε ο Μάνος Χατζιδάκης είχε πει πως «όταν το τέρας δεν μας ενοχλεί, αρχίζει να μας μοιάζει».
Το πρόβλημα είναι ότι η επίθεση της Παρασκευής λίγο μας ενοχλεί. Δεν είδαμε υπουργούς να ορκίζονται ότι «θα βρεθούν οι ένοχοι και θα πληρώσουν», δεν είδαμε κανένα ζήλο εκ μέρους της αστυνομίας να βρεθούν οι παραβάτες της νομιμότητας. Χειρότερα: δεν είδαμε και καμιά κοινωνική πίεση για να κάνουν οι διωκτικές αρχές καλά τη δουλειά τους.

Το τέρας μεγαλώνει στην πίσω αυλή μας και οι νταήδες της δυτικής όχθης δεν είναι παρά το σπυρί, που αν δεν καυτηριαστεί θα μολύνει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα.


Από την Καθημερινή της 06/12

Καθώς περνούν τα χρόνια φοβάμαι, ολοένα και περισσότερο, πως εξελισσόμαστε σ' έναν κομπλεξικό λαό απολίτιστων αγροίκων.

Από τον τρόπο της βιοτής μας αναδύεται μια ανυπόφορη μπόχα συμπλεγματικής επαρχιωτίλας, καθώς από τις άλλες χώρες διαλέγουμε να αντιγράψουμε μόνο τα επιφανειακώς εντυπωσιακά -κάποιες φορές κατεβάζοντας αναίσχυντα τα βρακιά μας (βλ. Μουσείο Tschumi)- και, εντέλει, ασήμαντα, αντί να κοιτάμε να ξεστραβωθούμε και να διδαχθούμε από το πώς διευθετούν εκείνοι τη ζωή τους, να μάθουμε κάτι που θα μας βοηθήσει να διασφαλίσουμε ό,τι έχει απομείνει από το περιβάλλον κι από την ανθρωπιά μας.

Μην ξανακούσω για τα επιτεύγματα και το κλέος των Αρχαίων Ελλήνων, ή για τις πολυθρύλητες κοινότητες της Τουρκοκρατίας - αυτά όλα τα προδίδουμε κάθε μέρα, χωρίς να παίξει ούτε το βλέφαρό μας. Αποτελούν πια παρελθόν, ενταφιασμένο βαθιά για την μεγάλη πλειονότητα, αν όχι για όλους μας.
Τα επικαλούμαστε μόνο για να αποκτήσουμε μια ψευδαίσθηση αξίας και να αποφύγουμε να δούμε το χάλι μας.

Αλλά με άλλοθι από το παρελθόν δεν ζεις, ούτε παράγεις πολιτισμό.

3 Δεκ 2007

Χρόνια καλά, αγαπητέ κύριε Διονύση


Αρχές Δεκέμβρη, 1944.


"... με μια μοτοσυκλετα του ΕΛ.Α.Σ." η ετοιμόγεννη μάνα του μεταφέρεται για να γεννήσει.


Έτσι γεννήθηκε στη Σαλονίκη.


Χειμώνας '86-'87. Χάρη σε έναν αδελφικό φίλο, αρχίζω να παρακολουθώ την εκπομπή "ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ". Ακολουθούν οι δίσκοι, γραμμένοι σε κασέτες από φίλους και συμμαθητές. Ξυπνάω και κοιμάμαι με το κασετόφωνο να παίζει Σαββόπουλο εκείνα τα χρόνια - οι γονείς μου πρέπει μάλλον να δοκιμάστηκαν.


Πρώτη φορά τον βλέπω ζωντανά στο επίμαχο πρόγραμμα "Το Κούρεμα". Τσαντίζομαι με δεξιούς συγγενείς που σπεύδουν ν' αγκαλιάσουν το Σαββόπουλο και τη "στροφή" του. Ανάθεμα κι αν καταλαβαίνουν τίποτα.


Στα χρόνια που ακολουθούν, τον βλέπω ζωντανά τουλάχιστον δεκαπέντε φορές ακόμα. Θυμάμαι ως ένα από τα καλύτερα προγράμματα που παρακολούθησα ποτέ, το "Σαββόραμα" στο Μέγαρο Μουσικής - κι ως ένα από τα πιο φτωχά του, τις κοινές εμφανίσεις με τον Πάριο στο Ρεξ. Aλλά είναι άλλη εμπειρία η ζωντανή του παρουσία, όπως και νά 'χει.


Καβγάδες, διαφωνίες πολύωρες με συμφοιτητές, όπου εγώ έπαιρνα πάντα το ρόλο του υπερασπιστή του Σαββόπουλου. Α, ναι, υπήρξα "fan".


Υπήρξε εποχή που μπορούσα να τραγουδήσω όλους τους "Αχαρνής", μαζί με τις παρλάτες - από τους σπουδαιότερους δίσκους του. Στα λεωφορεία, κι αργότερα στις σκοπιές στο στρατό, μέτραγα την ώρα τραγουδώντας από μέσα μου το "Μακρύ Ζεϊμπέκικο για το Νίκο"(Κοεμτζή) - δεκατέσσερα λεπτά τραγούδι, ανατριχιαστικό κι ένα από τα σπουδαιότερα που έγραψε ποτέ.




Για τον έφηβο που υπήρξα κάποτε, ο Σαββόπουλος υπήρξε ίνδαλμα, είδωλο, έρωτας. Ο καλλιτέχνης που πάντα ήθελα να γνωρίσω από κοντά.


Όταν παρουσίαζε τα τραγούδια που αργότερα αποτέλεσαν το "Μην πετάξεις τίποτα", στο ραδιόφωνο, του έστειλα ένα γράμμα - συναισθηματικό, εφηβικό, αλλά αρκετά αγαπησιάρικο και δίκαιο, θαρρώ. Απάντησε από τον αέρα - έχω ακόμα την κασέτα της εκπομπής, χάρη σε μια καλή φίλη που την είχε ηχογραφήσει. Επικοινωνήσαμε τηλεφωνικά, μα δε βρεθήκαμε ποτέ.


Άλλο στιγμιότυπο: Όταν παρουσίαζε τα τραγούδια από το "Μην πετάξεις τίποτα" στα "9/8" της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, κάπου δώδεκα χρόνια πριν, πάμε με άλλους δύο φίλους στα καμαρίνια μετά το τέλος του προγράμματος. Συζητάμε μαζί του γύρω στη μιάμιση ώρα, και την άλλη μέρα διαπιστώνουμε με τρόμο και αγανάκτηση ότι δεν θυμόμαστε σχεδόν τίποτε - ήμαστε στουπί.



Τα χρόνια περνούν, ο χρόνος δε χαρίζεται σε κανέναν. Δεν είμαι πια έφηβος και δεν θαυμάζω έτσι εύκολα πια, ούτε εξιδανικεύω.

Ξέρω πως το ίνδαλμα των δεκάξι μου χρόνων κουβαλά αδυναμίες πολλές. Ξέρω για το δύσκολο του χαρακτήρα του, για το ναρκισσισμό του, τις παλινωδίες του. Ξέρω, πως αν βρισκόμασταν κλειδωμένοι σ' ένα δωμάτιο, ίσως να τρώγαμε τα μουστάκια μας. Αλλά τον αγαπάω - όσο μπορεί κανείς να αγαπά κάποιον με τον οποίον έχει σχέση μόνο δια της τέχνης, αν κάτι τέτοιο λογίζεται για σχέση. Και δεν είμαι πια τόσο πουριτανός, όσο κάποτε. Ξέρω πόσο αντιφατικά πλάσματα είμαστε οι άνθρωποι, δεν αξιώνω από το δημιουργό να είναι όπως τον έπλασε η φαντασία κι οι προβολές μου, κι ούτε αμφιβάλλω για την αλήθεια του έργου, όταν έρχονται στο φως οι αδυναμίες του καλλιτέχνη.

Η σχέση μου με το έργο του Σαββόπουλου με πλούτισε. Πέρα από το ότι στάθηκε καθοριστική για το πώς αντιμετωπίζω το τραγούδι -τι προσέχω, τι ζητάω, τι περιμένω- στάθηκε και αφορμή για σπουδή σε λειτουργίες της τέχνης που θεωρώ μυστηριακές.

Σκέπτομαι πόσο μαγικό πράγμα είναι αυτό το "τεχνητό φως", όπως ονόμασε την τέχνη ο ίδιος ο Σαββόπουλος στο εξαίσιο "Το φως στις δέκα το πρωί". Πόσο αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα και τις αντιφάσεις μας. Πόσο υπέροχο και σωτήριο είναι το έργο που επιτελεί, καθώς φέρνει στο φως τα μύχια της ψυχής μας και δίνει μορφή σ' εκείνα που αφουγκραζόμαστε μυστικά. Πόσο καίρια είναι, για ανθρώπους με αδυναμίες και αναπηρίες, όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, όπως εγώ.

Ναι, τα χρόνια περνούν. "Ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός" - η σχέση αποκαλύπτει την ουσία, κι ό,τι μένει απ' το αδυσώπητο κύλημα του καιρού, είναι κάποιες στιγμές αποκαλυπτικές της αλήθειας μας. Κάμποσες από αυτές τις στιγμές μου ταυτίστηκαν με τραγούδια του Σαββόπουλου.

Ο Σαββόπουλος δε γράφει πια, κι είναι μάλλον οριστικό. Ο ίδιος έχει πει πως τώρα πια του μένει να μάθει να σηκώνει τον εαυτό του μ' όλο του το χάλι, και πως όλα εκείνα που τραγούδησε, όσο σημαντικά κι αν είναι, από ένα σημείο και έπειτα είναι παραπειστικά κολπάκια, για να αποφευχθεί ακριβώς αυτό.

Εύχομαι να το καταφέρει, και τα χρόνια που έχει μπροστά του να είναι φωτεινά.

Σημείωση: Το βιβλίο "Διονύσης Σαββόπουλος - Ποιητική, Παράδοση, Πνεύμα" του Δημήτρη Καράμπελα, είναι το βιβλίο που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ για το έργο του Διονύση Σαββόπουλου. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Μεταίχμιο".

1 Δεκ 2007

George Harrison (25/02/1943 - 29/11/2001)


Ο "ήσυχος" Beatle.

Ταλαντούχος - αλλά παρέμεινε επί μακρόν στη σκιά των Lennon και McCartney (σε κάποιο βαθμό, οι προστριβές ανάμεσα σ' αυτόν και τον McCartney, συνέβαλαν στη διάλυση της τετράδας).

Μέσα από τη γνωριμία του με τον Ravi Shankar, δασκάλου του στο sitar, ήρθε σ' επαφή με την παράδοση του Ινδουισμού. Ήταν πολύ του συρμού η ενασχόληση με τον Ανατολίτικο μυστικισμό εκείνα τα χρόνια. Εκείνος, όμως, το πήρε στα σοβαρά. Και η πίστη ήταν κάτι που τον χαρακτήριζε για όλη του τη ζωή.

Για το τραγούδι "Bangladesh", που μπορείτε να δείτε και ν' ακούσετε παραπάνω:

Στα 1971, λίγο μετά τη διάλυση των Beatles, ο Shankar (που κατάγεται από το Μπαγκλαντές) ζήτησε από τον Harrison να οργανώσει κάποια εκδήλωση, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για το λιμαζόμενο λαό του Μπαγκλαντές.

Σε μια εβδομάδα, ο Ηarrison είχε εξασφαλίσει τη συμμετοχή του Clapton, του Dylan και πολλών άλλων. Το αποτέλεσμα ξεπερνούσε κατά πολύ τις προσδοκίες του Shankar. Έγιναν δύο συνεχόμενες συναυλίες στη Madison Square, με προσέλευση τουλάχιστον 40.000 ανθρώπων.

Σήμερα, η συμμετοχή των rock stars σε τέτοιου είδους γεγονότα μοιάζει αυτονόητη. Εκείνος, όμως, ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν τη δύναμη που του έδινε η φήμη και η απήχησή του για έναν τέτοιο σκοπό και ο πρώτος που οργάνωσε μια τέτοια συναυλία. Ήταν 28 χρονών.


Πέρασαν κιόλας έξι χρόνια από τη μέρα που πέθανε. Μοιάζει απίστευτο - θα ορκιζόμουν ότι ήταν το πολύ πρόπερσι που διάβασα στο internet την είδηση.


Απ' ό,τι λένε, έφυγε ήρεμος, συμφιλιωμένος, δίχως φόβο.


Μου λείπει η ζεστή του παρουσία.











Το "Ηere Comes the Sun", που γράφτηκε μια ηλιόλουστη μέρα στον κήπο του Eric Clapton, είναι από τα πιο δροσερά και φωτεινά τραγούδια που ξέρω. Εδώ μπορείτε να το δείτε σε ένα απόσπασμα από τη συναυλία για το Μπαγκλαντές και αμέσως από κάτω, από το "Saturday Night Live", με οικοδεσπότη για εκείνη τη βραδιά τον Paul Simon (bonus: το "Homeward bound" του Simon).

21 Νοε 2007

Μπλέξαμε άσχημα

O εξαίσιος μουργούλης που βλέπετε βρέθηκε έξω από την αυλόπορτά μου το βράδυ της Παρασκευής. Ημίαιμος, με στοιχεία σέτερ.

Αξιαγάπητος (όσο και χειριστικός - βλ. βλέμμα που σφάζει), είναι το νέο γλυκό βασανάκι της ζωής μας με τη Ν., η οποία και τον βρήκε.



Εικάζω ότι μου τον πέταξε κάποιο καθίκι, από αυτά που βρίσκονται σε αφθονία στον κατα τ' άλλα πολιτισμένο μας τόπο.

Εκτός αν το έσκασε από κάπου - αλλά τώρα πια είν' αργά: αν εμφανιστούν τ' αφεντικά του, θα ποιήσω την νήσσαν- δεν τον δίνω! Να προσέχατε καλύτερα να μην έφευγε! Ουφ!

Εντέλει θα τον υιοθετήσει η Ν., οπότε ο μάγκας έκανε την τύχη του.


To πρόβλημά μου τώρα, είναι πως με πιάνει μελαγχολία στην προοπτική του αποχωρισμού...

Σνιφ...

2 Νοε 2007

Μονεμβασιά, Malvasia, Μονεμβάσια.


Άλλαξε χέρια πολλές φορές - δυο περιόδους Ενετοκρατίας και δύο Τουρκοκρατίας εναλλάξ μετρά η ιστορία της.

Μετά ρήμαξε. Πριν καμμιά τριανταριά χρόνια, άρχισαν να επιστρέφουν οι ντόπιοι και να επισκευάζουν τα σπίτια του κάστρου.


Η καστρόπολη είναι ένα κόσμημα. Τουριστική, βέβαια, και κάπως ακριβή, αλλά η τόση ομορφιά αποζημιώνει. Και βρίσκεις και μαγαζιά που αποπνέουν γνησιότητα, όπως το ζαχαροπλαστείο με τα παραδοσιακά γλυκά της Μαρίας. Ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, καθαρό βλέμμα. Και αξιόλογα σχόλια για τα νέα εμπορικά ήθη, που όλοι ψάχνουν ν' αντιγράψουν ιδέες ο ένας απ' τον άλλον, κι έτσι βουλιάζουν σε αμοιβαία καχυποψία όλοι μαζί σούμπιτοι, και χάνουν και σεπρωτοτυπία: "Ξεκίνησε ένας, τώρα όλα τα μαγαζιά έχουνε νεραϊδούλες και πουλάνε".
Το κατάστημα, σε παλιακό στυλ, με πολύ μεράκι φτιαγμένο. Δεν είχαμε τις μηχανές μαζί, να παίρναμε καμμιά φωτογραφία.



Φέτος, σταθήκαμε τυχεροί στην βόλτα μας στην ερειπωμένη Πάνω Πόλη: Πετύχαμε ανοικτή την Αγία Σοφία. Περισσότερες φωτό θα βρείτε στα Φωτογραφικά Τετράδια.






Αυτήν την εποχή, κυριαρχούν οι πανέμορφοι κρόκοι και τα σεμνά κυκλάμινα.
Στην Πάνω Πόλη τα βρίσκεις παντού. Με τα χίλια ζόρια, χρησιμοποιώντας ως αυτοσχέδια εργαλεία πετρούλες και κλαριά, ξεχώσαμε με τη Ν. ένα ματσάκι κρόκους. Ελπίζω να πιάσουν.



Οι δυο φωτογραφίες που ακολουθούν τραβήχτηκαν με διαφορά ενός χρόνου. Δεν είναι μόνο το φως που είναι αλλιώτικο, είναι και που δεν έχει βρέξει. Φέτος ετούτο το σημείο ήταν γεμάτο ξερόκλαδα. Θλιβερό έδειχνε, σα σκηνικό εξορίας.



Ότανπέσει σκοτάδι, η πόλη αποκτά ακόμη πιο παραμυθένια όψη.




...................................................................................................................................................................


Φεύγοντας απ' τη Μονεμβασιά το μεσημέρι της Δευτέρας, είπαμε να πάρουμε τον ορεινό δρόμο, να δούμε τον Πάρνωνα και να κατέβουμε στο Λεωνίδειο.
Η διαδρομή δικαίωσε την επιλογή μας. Είδαμε λίγο από τα χρώματα και το φως του φθινοπώρου, που απουσιάζουν πια απο την Αθήνα.




Κάποτε φτάσαμε στον Κοσμά, ωραίο χωριό στα 1.150 μέτρα. Είχε πάρει να βραδιάζει 'κει πάνω, καθώς ο ήλιος κυλούσε πίσω απ' τις κορφές.




Πεινούσαμε, και μπήκαμε σ' ένα ετιατόριο στην πλατεία. Η τηλεόραση έδειχνε "ΣΚΑΪ" και το πλαστικό λουλούδι βασίλευε σε κάθε γωνιά.


Αυτοί που δούλευαν το μαγαζί, απέπνεαν κάτι ζεστό και αδιόρατα οικείο. Και όμορφο. Στον τρόπο που μιλούσαν μεταξύ τους, στο πώς αστειεύονταν και πείραζαν τη γιαγιά, η οποία έχαιρε παράλληλα κάθε σεβασμού, και που βρισκότανε ανάμεσα στα τραπέζια, καθηλωμένη στο αναπηρικό της καροτσάκι.


Σταδιακά, καταλάβαμε πως είναι τυφλή και πως προσευχόταν συνέχεια.


Νιώσαμε μια γλυκιά ησυχία στο ταπεινό μαγαζάκι.


Τ' αναθυμάμαι τώρα, κι ακούω μια φωνή μέσα στο κεφάλι να μου λέει:


" Αχ, ταλαίπωροι! Που λιγωθήκατε με την τυφλή γριά, που μουρμούριζε τα πατερημά της όλη την ώρα, και θαρρήσατε πως βρεθήκατε σ' ένα σημείο παγωμένο σε Παπαδιαμαντικούς χρόνους! Όλοι αυτοί, βρε, μπορεί να είναι κάφροι, κατά βάθος. Τι νόμισες, δεν θά 'χουν αυτοί τη σκοτεινή πλευρά τους;"

Πάει να με κλονίσει, αλλά θυμάμαι πως όλοι έχουμε την σκοτεινή πλευρά μας, ας έχουν κι αυτοί, άμα λάχει, τι μ'αυτό; Δεν είν' εκεί που παίζεται το παιχνίδι. Του λέω να βγάλει το σκασμό, του μαλάκα, και ξανακοιτάζω τη φωτογραφία της γιαγιάς, κάνοντας ζουμ στο άδειο (;) της βλέμμα.


Παράξενο πράμα η ομορφιά, ξετρυπώνει από 'κει που δεν την περιμένεις. Ακόμα και μέσα στα πλαστικά λουλούδια, με την τηλεόραση να δείχνει "ΣΚΑΪ".

Και κάποιοι λένε πως θα σώσει τον κόσμο.