Η καλύβα του Παππού: 17 Μαϊ 2011

17 Μαΐ 2011

Τα λαϊκά κοιμητήρια

Τα λαϊκά κοιμητήρια στριμώχνονται ανάμεσα σε μάντρες αυτοκινήτων, συνεργεία, πολύβουες λεωφόρους, πολυκατοικίες-κυψέλες και σκυλάδικα.

Στα λαϊκά κοιμητήρια θα δεις πλαστικά λουλούδια στους τάφους, και τη χλωρίνη KLINEX φόρα-παρτίδα, να μην κάνει καμμιά προσπάθεια να κρυφτεί στο ειδικό ντουλαπάκι.

Στα λαϊκά κοιμητήρια όσοι δεν χωρούν να μπουν στο μικρό, στενό ναϊσκο για την ακολουθία στέκουν έξω και μιλούν δυνατά και άτσαλα, καπνίζοντας- θα σ’ ενοχλήσουν, θα σε σπρώξουν, θα σε πατήσουν.

Στα λαϊκά κοιμητήρια οι παπάδες είναι συχνά διεκπεραιωτικοί και βιαστικοί, οι ψάλτες βαριεστημένοι και φάλτσοι.

Στα λαϊκά κοιμητήρια σερβίρουν συχνά κονιάκ που δεν πίνεται - αλλά στον καφέ έχεις πιθανότητες να σταθείς πιο τυχερός.

Στα λαϊκά κοιμητήρια οι άνθρωποι δε στολίζονται για να τους δουν οι άλλοι, κι όταν το προσπαθούν, είναι τόσο φτωχικό το αποτέλεσμα που μόλις που γίνεται αντιληπτό.

Στα λαϊκά κοιμητήρια ο νεκρός είναι δικός μας ακόμα, δεν είναι πτώμα και μίασμα, κι έτσι η κάσα είναι ανοιχτή και ακούγεται το φιλί στο κρύο του πρόσωπο.

Στα λαϊκά κοιμητήρια είναι πολλά τα πρόωρα σκοτωμένα παληκάρια – μαντεύεις: από δυστύχημα- μια και το μηχανάκι είναι ο πιο εύκολος και προσφιλής τρόπος να ονειρεύεσαι την απόδραση από τη μιζέρια.

Στα λαϊκά κοιμητήρια μπορεί να δεις κάποια από εκείνα τα παιδιά που αν συναντούσες στο δρόμο θ’ άλλαζες πεζοδρόμιο – μαζί σου κι εγώ- με τα μπράτσα καλυμμένα από τατουάζ και πολύχρωμα κασκόλ της ομαδάρας τυλιγμένα στο λαιμό, να κάθονται και να καπνίζουν στον τάφο του αδικοχαμένου συντρόφου, να λένε τα νέα τους δυνατά για να τ’ ακούει κι εκείνος, ν’ αναπολούν ηρωικές συμπλοκές με κάποια άλλα παιδιά, με άλλα τατουάζ και άλλου χρώματος κασκόλ, που θα συνάζονται κι αυτά σε άλλα μνήματα, σε άλλα κοιμητήρια.

Στα λαϊκά κοιμητήρια η Ζωή - αντιφατική, όμορφη, άτσαλη, τρυφερή, άγαρμπη, άξεστη, ασουλούπωτη, μεγαλειώδης, ατόφια κι αιμάσσουσα- θρηνεί γοερά κι ο λυγμός ξεσπά τραχύς, μ’ ουρλιαχτά και κατάρες, αφτιασίδωτος, χωρίς να νοιάζεται αν θα τρέξει η μάσκαρα και τι θα πουν οι δίπλα.

Κι αν έχεις βρεθεί σε λαϊκά κοιμητήρια στο ξόδι κάποιου ανάμεσα Πάσχα και Πεντηκοστή, που αντί για «Δι’ ευχών» λένε «Χριστός Ανέστη»... Τότε, εκεί, σ’ ακούγεται ταιριαστό, απαραίτητο, αληθινό. Και νιώθεις πως μάλλον τέτοια μέρη του πρέπουν -  ίσως γιατί στις άλλες γειτονιές, εκεί που μένουμε κάποιοι ή ονειρευόμαστε να μείνουμε - εκείνες που τις λέμε «καλές γειτονιές» - ακούγεται παράταιρο, αν όχι περιττό, μιας και εκεί δεν έχει πια κοιμητήρια, μα μόνο νεκροταφεία.

Χριστός Ανέστη.