Παλέυουνε, αέναα μεταξύ τους.
Στ' ανάμεσό τους σκίζονται ψυχές.
Στα δίχτυα του Έρωτα
θωρακιζόμαστε όπως-όπως,
να ξορκιστεί το Χαίνον Στόμα
που όλο μας ζυγώνει.
Κι έπειτα νιώθεις, μιαν ώρα,
πως στο μέσα σου είναι που φωλιάζει ο θάνατος.
Κι έπειτα νιώθεις, μιαν ώρα, πως όσο κι αν το προσπαθείς,
όλα πεθαίνουν.
Ξυπνάς και βλέπεις γύρω μόνο τοίχο-
κι οι άνθρωποι που είπες πως αγάπησες
ήταν κομπάρσοι μόνο,
σε μια παράσταση παράξενη -σαν μαγική τελετουργία,
πού 'χε σκοπό να ξορκιστούν τ' αρχαία φαντάσματα.
Μαύρο κενό-βαρύ σκοτάδι.
Μ' όλη τη φρίκη,
έχει μια απόκοσμη ησυχία αυτός ο Άδης.

Ζυγώνει Σαρακοστή.
Σαν χτες έφυγε από τούτη τη ζωή ο Μεγάλος Αμαρτωλός Θεόδωρος Μιχαήλοβιτς, δούλος του Θεού.