Η καλύβα του Παππού: Το σφηνάκι Ντοστογιέφσκι

28 Ιαν 2009

Το σφηνάκι Ντοστογιέφσκι

"(...) Όλα έγιναν πάρα πολύ γρήγορα. Η Έρση ήρθε ένα απόγευμα και σού είπε ότι είμαστε πίσω, έχουμε μείνει πολύ πίσω. Ο γνωστός κόσμος προχωρούσε ακάθεκτος, δεν προλαβαίνουμε με τίποτα, είμαστε καταδικασμένοι. Είχαμε μείνει πολύ πίσω γιατί ο Γεμιστός πήγε στην Ιταλία και τους έψησε για τον Πλάτωνα. Από την στιγμή που ο Γεμιστός πήγε στην Ιταλία μείναμε πάρα πολύ πίσω. Όσοι έμειναν εδώ δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, κάθισαν εδώ, αυτό ήταν το λάθος τους. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάθισε να τον φάνε, αυτό ήταν το λάθος του. Θα μπορούσε να είχε πάει στην Ιταλία και να τους λέει για τον Πλάτωνα, θα είχε προλάβει τις εξελίξεις. Κάθισε να τον φάνε, τι δουλειά είχε με τα στίφη των αγρίων, ήτανμορφωμένο παιδί από τον Μυστρά και θα μπορούσε άνετα να πάει να γίνει καθηγητής στην Ιταλία, να τους λέει για τον Πλάτωνα. Κάθισε να τον σφάξουν κι έτσι μείναμε πίσω, πάρα πολύ πίσω. Έπρεπε να φύγουμε όλοι, μείναμε απελπιστικά πίσω, μείναμε εδώ, είμαστε εδώ πίσω. Έπρεπε να φύγουμε όλοι και να πάμε στην Ιταλία, να γίνουμε καθηγητές. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, κάτι θα είχαμε να διδάξουμε. Θα παίρναμε το πρωινό μας, θα διαβάζαμε τρεις σελίδες Πλάτωνα, θα παίρναμε το ελαφρύ μεσημεριανό μας. Θα μας άκουγαν με ανοικτότο στόμα, θα ήμασταν πολύ μπροστά. Μείναμε πίσω και δεν γίνεται τίποτε, ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουΐνος διάβασε τρεις σελίδες Πλάτωνα και τώρα έχει νοικιάσει όλα τα δωμάτια. Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν έμεινε τίποτα ενώ θα μπορούσε να έχει γράψει σαράντα βιβλία, ήταν μορφωμένο παιδί από τον Μυστρά. Η στέψη του έγινε εκεί, ήταν η πιο μελαγχολική στέψη αυτοκράτορα που έγινε ποτέ, όλοι ήξεραν. Κάθισαν να σφαγιασθούν κι έτσι μείναμε πίσω.

Όλα έγιναν πολύ βιαστικά, η Έρση ήρθε έξαλλη ένα απόγευμα και σού είπε ότι δεν αντέχει πια σ' αυτή την κωλοχώρα, σού ανακοίνωσε την απόφασή της να ζει έξι μήνες στο Παρίσι και τα καλοκαίρια στην Σαντορίνη. Δεν άντεχε άλλο αυτή την κωλοπόλη, θα κατέβαινε στο Μαρούσι είκοσι ημέρες το χρόνο. Έπρεπε να το κάνει γιατί είχαμε μείνει πολύ πίσω, δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουμε, δεν προλαβαίναμε με τίποτα. Είχε δικαίωμα να προχωρήσει, να ζήσει κάτι, άλλωστε δεν υπήρχαν πια σύνορα. Έπεφταν συνεχώς οι διαχωριστικές γραμμές, ο κόσμος γινόταν ένας. Είχε δικαίωμα να γίνει κάτι διαφορετικό, να μην μείνει πίσω, είχε το αναφαίρετο δικαίωμα να απολαύσει ελεύθερη τον ενωμένο κόσμο, να κατοικήσει σ ένα πραγματικό κέντρο. Άλλωστε, μη γελιέσαι, Ρέα μου, μόνο εκεί εκτιμούσαν το ελληνικό πνεύμα, διάβαζαν Πλάτωνα πριν πάνε στον ψυχαναλυτή, τον ήξεραν απ' έξω κι ανακατωτά, ιδίως ανακατωτά τον ήξεραν απ' έξω. Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν έμεινε τίποτα, μη γελιέσαι, κανείς δεν τον ήξερε, ο ψυχαναλυτής δεν τον ήξερε, δεν έγραψε τίποτα αυτός, κάθισε να του πάρουν το κεφάλι τα στίφη. Αν είχε πάει στην Ιταλία, θα είχε γράψει ένα συμπαθητικό βιβλίο για την ιδανική πολιτεία, κάτι θα είχε μείνει, θα είχε κάνει πολύ καλό στον εαυτό του, θα έπαιρνε ήσυχος το πρωινό του, θα διάβαζε τους σοφιστές, θα έβγαζε τα συμπεράσματά το, θα έπαιρνε το μεσημεριανό του, θα του το έφερναν σε ένα δίσκο, θα σκεφτόταν με αγαλλίαση το βραδινό του.

Όλα έγιναν πάρα πολύ γρήγορα ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος προσπάθησε για τελευταία φορά να μείνουν όλα όπως ήταν, να παραμείνουν ασάλευτα, όρθια, σιωπηλά, μελαγχολικά, με χαμηλωμένο το βλέμμα. Αυτή ήταν η κληρονομιά του και η Έρση δεν άντεχε άλλο, της ερχόταν το αίμα στο κεφάλι, τα πράγματα έπρεπε να προχωρήσουν, να κινηθεί ο κόσμος, να φθάσει στ' αστέρια, να κατακτηθεί το διάστημα, ο Γεμιστός με τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο έβαλαν στο μάτι το διάστημα που έμοιαζε ασάλευτο, σιωπηλό, μελαγχολικό, με χαμηλωμένο το βλέμμα, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι, δεν είναι καθόλου έτσι το διάστημα, η ψυχανάλυση του σύμπαντος απέδειξε ότι πρόκειται για ένα χάος που αλλάζει ασταμάτητα κι έτσι ο κόσμος οφείλει να ενωθεί και να γίνει χαοτικός, να αλλάζει συνέχεια, έκαναν πάρα πολύ καλά που έβγαλαν από την μέση τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Έκαναν το καθήκον τους γιατί έχει το δικαίωμα η Έρση να απολαύσει το χάος. Θα κατεβαίνει στο Μαρούσι δέκα ημέρες το χειμώνα και το καλοκαίρι θα παίρνει το πλοίο για την Σαντορίνη. Έχει υποχρέωση να ζήσει αυτό το υπέροχο χάος, να μην ξέρει που βρίσκεται, όλα τα μέρη να μπερδεύονται γλυκά, να ενωθεί ο κόσμος, να αναλάβουν επί τέλους οι Γεμιστοί την διαμόρφωση της ιδανικής πολιτείας, της ιδανικής παραίσθησης, να τους αναθέσουν τα τηλεοπτικά κανάλια, να δίνουν οδηγίες στους αστροναύτες, να τους παραδώσουν τα πάντα, έχουν υποχρέωση να τους παραδώσουν τα πάντα. Ο ενώμενος κόσμος πρέπει να γίνει ανοικτό βιβλίο. Κάποτε πρέπει να γραφτεί με μολύβι Faber Castell ότι ο κόσμος είναι ένα παιχνίδι, τα σύνορα μια απάτη, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ένα θλιβερός πεισματάρης χωρίς συγγραφικό ταλέντο, οι ψυχαναλυτές το ιερατείο του χάους, το Αιγαίο Πέλαγος ο θησαυρός του τουρίστα Γοδεφρείδου, οι Έλληνες τα ξέφτια της ουτοπίας. Κάποτε θα έρθει η ώρα να γίνουν όλα ακόμα πιο γρήγορα και να μη μείνει τίποτα που να είναι σε θέση να αναγνωρίζει κάτι από τον εαυτό του. Όλοι όσοι επιθυμούν να γίνουν Έλληνες θα χαμηλώσουν το βλέμμα, θα παραμείνουν ασάλευτοι και θα υποδεχθούν αδιαμαρτύρητα τα ταχύτατα στίφη του ενωμένου κόσμου. Στον Μυστρά έγινε η πιο μελαγχολική στέψη, όλοι ήξεραν."

Από τη "Γραμμή του ορίζοντος", εκδ. Εστία


Δεκαπέντε χρονώ, πασχίζαμε να χτίσουμε κι εμείς μια ταυτότητα, τα σπορ δεν μας ταιριάζαν, τρέχαμε στην Ταινιοθήκη και την Αλκυονίδα με το Μάρκο, βλέπαμε Ταρκόφσκι και Παρατζάνωφ. Κι έτσι είδα και κάποια φορά το Βακαλόπουλο, ανταλλάξαμε δυο κουβέντες τυπικές, ο Μάρκος αρκετά πιο πολλές -εκείνος άλλωστε οδηγούσε, εγώ ακολουθούσα- του πήρε και συνέντευξη.
Κάποια χρόνια μετά, είδα το αγαπημένο "Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε", όπου είχε συμβάλλει στο σενάριο και τη σκηνοθεσία.

Αλλά αυτό που μου γνώρισε κάτι πολύ από το Βακαλόπουλο, γύρω στο '94 με '95, ήταν "Η γραμμή του ορίζοντος". Ήμαστε στην Καισαριανή με τον Παντελή, στο τότε σπίτι του Κυριάκου, κι εκείνος μας διάβαζε μ' επισημότητα, σχεδόν ιερατικά:


"Βότκα, τοματόζουμο, ταμπάσκο, μύδι. Μιά κίτρινη γυναίκα στην άλλη άκρη του πάγκου την κερνάει ένα σφηνάκι, της το φέρνει ο γρήγορος μουστακαλής με το μόνιμο χαμόγελο και της κλείνει το μάτι. Πρώτη φορά βλέπει κόκκινο σφηνάκι, πώς λέγεται; Ντοστογιέφσκι, το πίνει με τη μία, ο μουστακαλής χαμογελάει ικανοποιημένος, η μουσική έχει σταματήσει, το σφηνάκι την στηλώνει και της δίνει μια ώθηση, σηκώνει το κεφάλι και συναντάει το βλέμμα μιας γριας σ' ένα πορτραίτο στον τοίχο.(...)

Υπάρχουν άνθρωποι άλλων εποχών, περασμένων και μελλοντικών. Έχουν αιχμαλωτισθεί στην Ελλάδα, έχουν εγκατασταθεί σ' αυτό εδώ το νησί. Κυνηγάνε μια εικόνα που δεν έχει βρεθεί ακόμα, πάντα έχεις βγει στο κυνήγι μιας εικόνας που κρατάς βαθιά φυλαγμένης μέσα σου, την σκεπάζεις με άλλες εικόνες μέχρι να βγει. Την έχεις δει σε ανύποπτο χρόνο, δεν την πρόσεξες καθόλου τη στιγμή που την έβλεπες, δεν σημαίνει τίποτα απολύτως αυτή η εικόνα, πηγαίνουν τζάμπα και τα λένε στους γιατρούς και ξαπλώνουν στα ντιβάνια, αυτή η εικόνα δεν σημαίνει απολύτως τίποτα κι όμως θέλει να βγει, μπορεί να ξοδέψεις μια ολόκληρη ζωή μόνο και μόνο για να την κάνεις να βγει. Υπάρχει μία εικόνα και είναι αρκετή. Υπάρχει μόνο ένα σφηνάκι, το σφηνάκι Ντοστογιέφσκι. (...)

Υπάρχει μόνο ένα νησί για τον καθένα, πρέπει να το βρει, να μείνει εκεί. Δεν χρειάζεται να βιάζεσαι για την εικόνα, η γριά στον τοίχο βλέπει τα πάντα και δείχνει μεγάλη κατανόηση, το σπίτι της έγινε νυχτερινό κέντρο, τι άλλο μπορεί να της συμβεί; Στις δώδεκα κλείνει η μουσική, ο ξανθός κόσμος είναι λίγο αμήχανος, ο μουστακαλής κουνάει το μαγικό ραβδί κι εμφανίζεται μια κιθάρα από το πουθενά, ο ξανθός κόσμος χειροκροτεί. Παραγγέλονουν όλοι Ντοστογιέφσκι, το μαγαζί έχει κόκκινα μάγουλα, μοιάζει μ' ένα τεράστιο μύδι. Ο μουστακαλής λέει ένα τραγούδι του Μπάτη, το μοναδικό τραγούδι που γράφτηκε ποτέ, μα η φωτιά είναι η φωτιά και η φωτιά είναι λαύρα. Υπάρχει μόνο ένα νησί και μπορείς να το πιεις με μια γουλιά, αν είσαι αποφασιστική, θα το καταφέρεις, η θάλασσα μου τά 'κανε τα σωθικά μου μαύρα. Ο μουστακαλής αρχίζει ένα άλλο τραγούδι, πώς γίνεται να είναι ίδιο με το προηγούμενο, είναι ακριβώς το ίδιο χωρίς να μοιάζει καθόλου. Υπάρχει μόνο ένα τραγούδι, το κυνηγάνε όλα τα τραγούδια και κάποτε θα φανερωθεί, θα ακουστεί ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα όταν θα έχουν πιει είκοσι Ντοστογιέφσκι ο καθένας. Υπάρχει ένα νησί κι όλα τα νησιά το νοσταλγούν, υπάρχει μόνο ένα νυχτερινό κέντρο σ' ολόκληρο τον γνωστό κόσμο. Η κίτρινη γυναίκα στρίβει τσιγάρο πάνω στον πάγκο, ο ξανθός κόσμος χειροκροτεί, η γρια στον τοίχο κλείνει το μάτι, χρειάζεται υπομονή, απίστευτη υπομονή. Τζάμπα πηγαίνουν στους γιατρούς και τ' ακουμπάνε, τζάμπα μαυρίζουν κι αναστενάζουν κρυφά στη Σαντορίνη, τζάμπα πηδιούνται μ' όποιον βρεθεί. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι υπάρχει μόνο μια εικόνα, νοσταλγούν μια παραλία, ένα νησί."


Ο Χρήστος Βακαλόπουλος ολοκλήρωσε το σύντομο πέρασμά του από τον κόσμο μας στις 29 Ιανουαρίου του '93. Πρόλαβε πολλά, θαρρώ.
"Η γραμμή του ορίζοντος" με κάνει να σκέπτομαι πως σα νά 'χει δίκιο ο παπά-Φιλόθεος, σαν λεέι πως η ζωή δε μετριέται με το στρέμμα.


Εδώ βρήκα ένα κείμενο για το Βακαλόπουλο, γραμμένο με (εμφανώς) πολλή αγάπη.

2 σχόλια:

ολα θα πανε καλα... είπε...

μάλλον τον έχω ακουστά αλλά μέχρι τώρα τίποτε δικό του δεν είχα διαβάσει.Η γραφή πυρετώδης και ενδιαφέρουσα πίσω από τις λέξεις.

Christophorus είπε...

Πολύ ενδαφέρουσα! Τόσο ως μορφή, όσο και ως περιεχόμενο.