(...)
Σε μια θρησκευτική τελετουργία πηγαίνουμε για να εξευμενίσουμε το υπερβατικό, να προσευχηθούμε σ’ αυτό, να εξασφαλίσουμε με τη λατρεία μας ατομική αξιομισθία. Το εκκλησιαστικό γεγονός το συγκροτούμε ψάχνοντας έναν τρόπο χρήσης των υλικών πραγμάτων ικανό να ανταποκριθεί στο κάλλος και στη σοφία των υλικών δωρημάτων που συνιστούν και συντηρούν την ύπαρξή μας – τρόπο ικανό να ανταποκριθεί στον έρωτα «μανικού εραστή» και Νυμφίου. Στον τρόπο που φτιάχνεται ένα «στασίδι», στην τεχνοτροπία μιας εκκλησιαστικής εικόνας, στο καντήλι με το λάδι, στο αναμμένο κερί, σπουδάζουμε το πώς η ύλη του κόσμου μπορεί να γίνει αντιχάρισμα στην αγάπη που μας δωρίζεται με την υλική μας υπόσταση και τη συντήρησή της.
(...)
Ο δικός μας, σημερινός Χριστιανισμός δεν παράγει Τέχνη, δεν πλαστουργεί πολιτισμό, δηλαδή δεν δίνει σημάδια ζωής. Αντίθετα, μοιάζει ηδονικά συμβιβασμένος με έναν απαρόμοιαστο αισθητικό εκβαρβαρισμό, την αποθέωση του «κιτς». Και παράγει λόγια, φλυαρία καταιγιστική: Κηρύγματα, «ποιμαντικές» εγκυκλίους, ακατάσχετη έντυπη λογοδιάρροια, ραδιοφωνική προπαγάνδα – τρέφει τη διάνοια με ταχυπετή αναίδεια. Ναι, αναίδεια, γιατί ο σημερινός «χριστιανικός» λόγος πουλάει σιγουριά, ξέρει τα πάντα για το άγνωστο, το απερινόητο, το ακατάληπτο. Ξέρει λεπτομέρειες, έχει για όλα πληροφόρηση. Ετσι εξασφαλίζει και το κύρος για να πατρονάρει κάθε πρακτική πτυχή του ενθάδε βίου, να ποδηγετεί ανθρώπους που φοβούνται τη διακινδύνευση της σχέσης, την ευθύνη της ενηλικίωσης.
Χρήστου Γιανναρά, από την επιφυλλίδα του στην "Καθημερινή" της προηγούμενης Κυριακής
My pet
4 Απρ 2007
Περί κατανύξεως...
Posted by Christophorus at 8:04 π.μ. 4 comments
3 Απρ 2007
Μεγάλη Τρίτη
Posted by Christophorus at 7:12 π.μ. 2 comments
24 Μαρ 2007
Οι σουπιές του κυρ-Νίκου
(μικρό προσωπικό σχόλιο, στο περιθώριο της διαμάχης για το επίμαχο βιβλίο της Ιστορίας)
Του άρεσαν οι μεζέδες του κύριου Νίκου, ήτανε πολύ μερακλής. Κι είχε αδυναμία, πάθος σωστό με τα θαλασσινά. Έβγαινε, λοιπόν, συχνά κι έκανε μια μεγάλη βόλτα, στην μεταπολεμική Αθήνα του ’50, κατέβαινε στην αγορά και ψώνιζε. Τα θαλασσινά τότε στα τύλιγε ο έμπορος σ’ ένα χάρτινο χωνί – μια φορά, λέει, είχε πάρει κάτι οστρακοειδή, ζωντανά βέβαια, και μέσα στο λεωφορείο, καθώς γύριζε στο Παγκράτι, όπου έμεναν τότε, εκείνα τα δόλια αρχίσανε να σαλεύουν και να βγαίνουν από το χαρτί. Εκείνος για πολλή ώρα δεν πήρε πρέφα τίποτε, μέχρι που οι άλλοι επιβάτες άρχισαν να κοιτούν περίεργα, μια αυτόν, μια το χωνί από εφημερίδα που κρατούσε στα χέρια του, κι απ’ όπου τα μικρά οστρακόδερμα πάσχιζαν να βγουν.
Τότε δεν ήταν εύκολα τα πράγματα για τις νοικοκυρές- το να καθαρίζεις σουπιές, ήταν ολόκληρη περιπέτεια.
Η έρημη η κυρα-Ειρήνη, η γυναίκα του, καλή της ώρα, μια μέρα δεν άντεξε: Σαν μπήκε εκείνος, όπως τόσες και τόσες φορές, κι όλο καμάρι ανήγγειλε «Πήρα κάτι σουπιές», εκείνη έσπασε. Του βούτηξε απ’ τα χέρια το χωνί κι άρχισε να χτυπάει μ’ αυτό τον καναπέ, χωρίς να νοιάζεται για τα μελάνια που πετάγονταν προς κάθε κατεύθυνση, φωνάζοντας και μονολογώντας διάφορα ακατάληπτα- πλην συνήθη, αναμενόμενα και εντελώς ανθρώπινα.
Δεν ξέρω πόσος καιρός πέρασε μέχρι να ξαναψωνίσει σουπιές ο κυρ-Νίκος, ίσως να μην το ξανατόλμησε έκτοτε.
Σμυρνιός, είχε έρθει στην Ελλάδα με την Καταστροφή. Ψηλός, ογκώδης, ήπιος άνθρωπος – από τους λίγους αυθεντικά γαλήνιους ανθρώπους που είχα την τύχη να γνωρίσω. Κοσμοπολίτης- τρεις γλώσσες μιλούσε, και διάβαζε πολύ, παντός είδους πράματα. Ευλαβής, αν και δεν πήγαινε συχνά στην εκκλησία. Με πίστη βαθιά, για την οποία δεν έλεγε τίποτα. Δεν κατηγόραγε τον άλλον, ό,τι κι αν λεγόταν γι’ αυτόν. Για έναν ταλαντούχο, αλλά φοβερά ναρκισσιστή πολιτικό, που έχει πεθάνει κι αυτός εδώ και χρόνια, κι άλλοι ομνύουν στ’ όνομά του, ενώ άλλοι τον βλαστημάνε, όπως βλασφημούσαν και τότε που ζούσε κι εύχονταν να «του στείλει ο Θεός κανένα καρκίνο», το πιο πολύ που τον άκουσα να λέει ήταν πως είναι «ζευζέκης»- πάει να πει ανόητος, χαζός, εκτός πραγματικότητας. Και γέλαγε, ανάβοντας το τσιμπούκι του.
Δεν έκανε ποτέ κακό σε ζωντανό πλάσμα του Θεού, κι είχε μεγάλη αγάπη στα ζώα. Γάτες, κουνέλια, καναρίνια, απ’ όλα έτρεφε – κιβωτός του Νώε ήταν το σπίτι τους.
Μόνο τα ποντίκια φοβότανε, κι έλεγε να τα σκοτώνουμε, γιατί είχε ζήσει τη χολέρα στη Σμύρνη.
Στους Αγγλογάλλους τους τό 'χε κρατημένο απ’ το ‘22, μα όσο για τους γείτονές μας, απ’ την άλλη μεριά της θάλασσας, όταν πηγαίνανε άλλοι να τον μπλέξουν σε συζητήσεις περίεργες, εκείνος έλεγε μόνο: «Οι Τούρκοι, μπρε, είναι καλοί άνθρωποι».
Πάνε κοντά εικοσιπέντε χρόνια που κοιμήθηκε. Ήταν ο παππούς μου.
Posted by Christophorus at 12:41 μ.μ. 9 comments
22 Μαρ 2007
Μπεκετικοί διάλογοι... ή περίπου
Το Φαγκρί
Εμιλούσα με την φίλην μου Μ... τις προάλλες, απο τηλεφώνου. Πολλά και διάφορα ελέγοντο από αμφοτέρους, εμβριθή, βεβαίως-βεβαίως, κατά το πλείστον. Αμπελοφιλοσοφώντας, λοιπόν, και ενώ απλήστως εφουμάριζα το τσιγαράκι μου, η Μ.... μονολόγησε, με φωνήν σοβαρά και –ως μου φάνηκε- τεθλιμμένη:
-Χτες ήταν το μνημόσυνο του πατέρα μου...
Εμβήκα αίφνης σε mode πένθιμης συζητήσεως˙ εν μέρει ακουσίως και εν μέρει ενσυνειδήτως, προετοιμάστηκα δια να αναλάβω τον παρηγορητικόν μου ρόλον – ρόλον εις τον οποίον έχω διαπρέψει επί έτη συναπτά, ων ουκ έστιν αριθμός, και τον οποίον έχω εντέχνως συνδυάσει με τον πολλαπλώς άχαρον ρόλον του «καληνυχτάκια», για να μην ειπώ μετά κυνισμού, ως λέγουν διάφοροι κακεντρεχείς και χυδαίοι, του «γκομενοφύλακα». (Εις μάτην! Η Ρόδος φανερά, πλην πήδημα γιοκ).
Δια να μην σας τα πολυλογώ, εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν λόγος τέτοιος δεν συνέτρεχε, όπερ σημαίνει πως ο ρόλος, τον οποίον προετοιμάστηκα να λάβω, ήτο γνησίως εκείνου, ο οποίος θέτει ευήκοον ους εις την διάθεσιν αγαπητής φίλης.
-Πόσα χρόνια πέρασαν; Ρώτησα
-Δύο.
-Κιόλας! Πώς τρέχει ο χρόνος, μονολόγησα στοχαστικώ τω τρόπω, τεθλιμμένος κατά τι κι εγώ. Κι ενώ ετοιμαζόμουν να συνεχίσω τον παρηγορητικόν μου μονόλογον, διανθίζοντας αυτόν με αποφθέγματα χιλιοειπωμένα, πλην κατάλληλα δια την περίστασιν, του τύπου « Τι είναι ο άνθρωπος....», ή «Ένα τίποτε είμαστε», και ενώ εις το πίσω μέρος του μυαλού μου ήδη ανεσύροντο τα ψαλμικά «Άνθρωπος, ως η χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει», εκείνη συνέχισε:
-Ναι... Και πήγαμε, που λες, σε μια ταβέρνα, μετά την Εκκλησία, και παραγγείλαμε ένα φαγκρί, γύρω στα πεντέμισυ κιλά. Και δώσαμε τρακόσα ευρώ, ρε φίλε, αν είναι δυνατόν!
Posted by Christophorus at 4:34 μ.μ. 5 comments
21 Μαρ 2007
ΓΡΟΥΣΟΥΖΗΔΕΣ!
Ρε οξω, ζοχάδα!
Κι εσύ κι ο άλλος σου εαυτός!
Γκρίνιες και καβγάδες στο αξιοπρεπώς μελαγχολικό καλύβι μου! Τι τα θέλατε;
Ορίστε! Σύννεφα πλάκωσαν, μαύρα κι άραχνα, φυσάει, και η δόλια η Άνοιξη έβαλε την ουρά στα σκέλια και λούφαξε - προσωρινώς, ελπίζω.
Κι έχεις από την άλλη το Γιώργη να ξύνει πληγές με τ' Αναφιώτικά του και τα ωραία του, και τας αλυσσωτάς αντιδράσεις της Αγάπης, και τον άλλο, τον Αλέξη να κοιτά ακόμα πιο πέρα, κατά το καλοκαίρι.
Σιχτίρ...
Μπαγάσηδες, κιόλας μου λείψατε...
Posted by Christophorus at 10:11 π.μ. 3 comments
19 Μαρ 2007
Πώς να δουλέψεις....
... με τέτοια λιακάδα....
Ο καιρός προστάζει βόλτες εκτός του άστεως,
κύλισμα στο χορτάρι,
κι άλλες βόλτες μετά.... με παρέα ή άνευ, η άνοιξη προελαύνει
(δεν την ένιωσα ακόμα, αλλά μου το είπανε)
Όσοι μπορείτε, παρατήστε το surfing και το blogging και τραβάτε για όπου λέει η καρδούλα σας. Κάντε μια βόλτα και για τον Παππού.
Κι εγώ εξ ανάγκης γράφω, αυτά και μόνο - βαριέμαι ασύστολα τον εμβριθή και δοκησίσοφο εαυτό μου, τέτοια μέρα...
Posted by Christophorus at 1:24 μ.μ. 16 comments
14 Μαρ 2007
Φανταστική Ιστοριούλα ...
...με τις πέντε λέξεις που σημαίνονται με bold στοιχεία, συνεχίζοντας το παιχνίδι που άρχισε η αγαπητή Oistros:
Μου είχαν χαρίσει μια κορνίζα, επάργυρη, κάποτε. Είχα βάλει μια φωτογραφία που ήμασταν κι οι τρεις, χαμογελαστοί, ευτυχείς, αθώοι. Η φωτογραφία έχει καταχωνιαστεί σε κάποιο συρτάρι από χρόνια, κι η κορνίζα μένει άδεια, να σκονίζεται.
Δεν τους σκέπτομαι συχνά, μόνο σήμερα άκουσα στο ράδιο μια μπαλάντα που αγαπούσε πολύ η Μαρία κι είχα βοηθήσει τον Θανάση να την μάθει στη κιθάρα, για να της την τραγουδά. Κι ένιωσα πάλι πως τα συναισθήματα δεν ξέρουν από χρόνο, καθώς όλα εισέβαλλαν ορμητικά στο τώρα.
Μοιάζουν να έχουν περάσει ατέλειωτα χρόνια από τότε, κι άλλοτε, μοιάζει σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα. Σαν να ήταν μόλις προχτές που καθόμασταν, πλάι στη θάλασσα, με το Θανάση και τη Μαρία. Πίναμε υπέροχη τσικουδιά, φερμένη από την Κρήτη – την έφτιαχνε ο πατέρας της Μαρίας.
Ίσως εκείνη η εκδρομή στη Σίφνο να ήταν η τελευταία πραγματικά ευτυχισμένη περίοδος της κατά τ’ άλλα μίζερης και μάλλον ανώφελης ζωής μου.
Αθώα εκείνα τα χρόνια… Τους αγαπούσα στ’ αλήθεια αυτούς τους δυο – ο Θανάσης έχει εξαίρετο μυαλό, και απίθανο πνεύμα. Κι η Μαρία, συναισθηματική, κατά βάθος, αλλά αρκετά κλειστή. Και όμορφοι, πολύ όμορφοι και οι δυο.
Μετά, άρχισαν τα ζόρια: δουλειές, αυτοί οι δυο παντρεύτηκαν, ήρθε και το παιδί. Στήριξαν το μύθο του ευτυχισμένου γάμου τους όσο μπορούσαν, αλλά στα έξι χρόνια ήρθε το αναπότρεπτο τέλος.
Η Μαρία κι εγώ βρεθήκαμε πιο κοντά. Την πόνεσε η ψυχή μου – ευάλωτη, μόνη, πανέμορφη, κι ένα βράδυ επήλθε το (υπέροχο και εκστατικό) μοιραίο. Ο Θανάσης δεν έμαθε ποτέ τίποτε, αλλά εγώ ταλαιπωρήθηκα από εφιάλτες κι ενοχές για μήνες ολάκερους - κι ας ήξερα πως η σχέση τους είχε τελειώσει πολύ πριν γίνει το οτιδήποτε ανάμεσα σε μένα και τη Μαρία. Την είχα ερωτευτεί, αλλά Κύριος οίδε τι δαίμονες κουβαλά ο καθείς στην ψυχή του. Προτίμησα να τελειώσω τη σχέση, και να τιμωρήσω έτσι τον εαυτό μου.
Η Μαρία ξαναπαντρεύτηκε έναν μεγαλύτερό της άνδρα, κι ο Θανάσης είναι μόνιμος κάτοικος Παρισίων από χρόνια. Για τη ζωή του δεν ξέρω τίποτε.
Κι εγώ κάθομαι και γράφω αυτήν την ιστορία. Για χρόνια θεωρούσα τη μεγαλύτερη αμαρτία της ζωής μου εκείνην τη «μοιχεία». Αν με ρωτήσεις σήμερα, αναγνώστη, θα σου πω με πόνο πως το έγκλημά μου το μεγάλο ήταν που άφησα τη Μαρία να μου φύγει, θεωρώντας πως αυτό ήταν το μόνο δίκαιο και έντιμο πράγμα που απέμενε να κάνω. Δεν είχα τα κότσια να μείνω σταθερός και να αναλάβω το κόστος της επιλογής μου. Κι έτσι εγώ μεν την έχασα, ενώ εκείνη βρήκε παρηγοριά σε μια σχέση που της δίνει ασφάλεια και σταθερότητα, αλλά πιθανότατα τίποτε περισσότερο.
Ένας ψυχαναλυτής θα έκανε χρυσές δουλειές με την πάρτη μου και θα έχτιζε ίσως και κανένα σπιτάκι…
Σήμερα ξέρω πως έφυγα μακριά της γιατί αν έμενα, θα έπρεπε να αντιμετωπίσω τον εαυτό μου κατάφατσα και να προσπαθήσω ν’ αλλάξω.
Από τον εαυτό μου δεν κατορθώνω ποτέ να ξεφύγω, έχει την τάση να με προφταίνει πίσω απ’ τις γωνιές. Κι έτσι προσπαθώ ν’ αλλάξω αναγκαστικά, μην έχοντας άλλη επιλογή.
Αλλά δεν έχω πια τη Μαρία.
Posted by Christophorus at 9:01 π.μ. 11 comments
6 Μαρ 2007
Σαρακοστιανό
Τέλειωσε το καρναβάλι, τέλειωσαν κι οι φωτογραφίες από τη Βενετία.
Η άνοιξη προελαύνει κι η Σαρακοστή προχωρά.
Σαρακοστή.
Περίοδος μετανοίας, άσκησης, προετοιμασίας για τη Χαρά του Πάσχα.
Για ποιον σημαίνουν, άραγε, σήμερα κάτι αυτές οι λέξεις; Πώς ηχούν στ' αυτιά μας; Πώς ηχούν στα δικά μου αυτιά, τι συνειρμούς προκαλούν;
Μετάνοια: Λέξη φορτωμένη με νόημα βαρύ, αλλοιωμένο από παρανοήσεις φρικτές στο διάβα των αιώνων. Ακούμε για μετάνοια κι ο νους συχνά πηγαίνει στην κατάθλιψη και την ενοχή. Την ενοχή, που ποτέ δεν βοήθησε κανέναν ν' αλλάξει το παραμικρό.
Μετα-νοώ, όμως, θα πει: αλλάζω νου, αλλάζω οπτική, αλλάζω τρόπο θέασης του εαυτού μου και του κόσμου.
Ξαναδιαβάζω τους "Αδελφούς Καραμάζωφ", για πολλοστή φορά. Αυτό το κομμάτι δεν το είχα προσέξει παλιότερα:
"....σηκωνόταν κάθε μέρα απ' τον ύπνο όλο και πιο καλόκαρδος, όλο και πιο τρυφερός, χαρούμενος, πάλλοντας όλος από αγάπη. Ερχόταν ο γιατρός, ένας γέρος Γερμανός, Άιζενσμιτ τον λέγανε:
-Τι λέτε λοιπόν, γιατρέ; Θα ζήσω ακόμα καμιά μέρα; αστειευόταν αυτός.
-Όχι μονάχα μία, μα πολλές, απαντούσε ο γιατρός, και μήνες, και χρόνια!
-Τι να τους κάνεις τους μήνες και τα χρόνια, αναφωνούσε αυτός. Για πιο λόγο να μετράμε τις μέρες; Και μια μέρα φτάνει για να γνωρίσει ο άνθρωπος όλη την ευτυχία. (...)
Πουλάκια του Θεού, χαρούμενα πουλάκια, συγχωρέστε με και σεις γιατί κι απένατί σας είμαι αμαρτωλός. (....)
Όλη η δόξα του Θεού ήταν γύρω μου: τα πουλάκια, τα δέντρα, τα λιβάδια, οι ουρανοί. Μονάχα εγώ ζούσα στη ντροπή, μονάχα εγώ τα ατίμασα όλα και δεν μπόρεσα να δω την ομορφιά και τη δόξα. (...) Δεν κλαίω από τη λύπη μου, μα γιατί είμαι ευτυχισμένος. (...) Παραδέχομαι πως έκανα σ' όλους κακό. Όμως όλοι θα με συγχωρέσουν. Αυτό ίσα-ίσα είναι ο Παράδεισος."
Χαρά: Θυμάμαι πριν χρόνια, βραδιά Ανάστασης σε μοναστήρι Αιγειοπελαγίτικου νησιού. Μετά το Χριστός Ανέστη, ο ιερέας απηύθυνε έκκληση στους πιστούς, να μη φύγουν ".... να μείνετε, να χαρούμε όλοι μαζί την Ανάσταση του Κυρίου". Η φωνή, οι κινήσεις, το βλέμμα, όλα απέπνεαν πηχτή κατάθλιψη. Γι' αυτή τη "χαρά " μιλούμε; Είχε δίκιο ο Νίτσε, λοιπόν, σαν όριζε τους Χριστιανούς ως εκείνους "....που έχουν χάσει τη χαρά";
Κύριε, όχι μ' αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά Σου. (*)
Άνοιξη. Έρωτας. Ζωή.
Ο φίλος Μπάμπης απ' το Τζάντε ζωγράφισε έναν ανοιξιάτικο Χριστό, να βαδίζει, φωταυγής και λαμπρός, πάνω στα κύματα . Πίσω του, ένα λιβάδι γιομάτο παπαρούνες και ολάνθιστα δεντράκια. Και στον αέρα δυο χελιδόνια να ερωτεύονται.
Αν είναι Αυτός η αιτία, το κέντρο, ο Λόγος που όλα ερωτεύονται και ποθούν τη Ζωή, τότε να κάνω πέρα μ' όσο κουράγιο μπορώ να μαζέψω όλα τα θλιβερά φαντάσματα που μιμούνται τη μορφή Του και να Τον γνωρίσω.
Κι αν είναι Αυτός εκείνος που μπορεί να γλυτώσει τη ζωή μας όλη απ' τις δαγκάνες όλων των καθημερινών θανάτων, τότε να Τον πιστέψω.
Πήρα την εικόνα, την έβαλα απέναντι από το κρεβάτι μου. Να είναι αυτό που βλέπω κάθε βράδυ πριν βυθιστώ για "...εκεί, που όλα ανταμώνουν τα νερά" (**), και κάθε πρωί, σαν επανέλθω στον κόσμο.
*Γ. Σεφέρης, Υστερόγραφο
**T.S.Eliot, Marina
Posted by Christophorus at 10:53 π.μ. 5 comments
5 Μαρ 2007
4 Μαρ 2007
Φωτογραφίες της Ν. Μ. μέρος Ι: Εκκλησιές

Εσωτερικό του San Nicolo dei Mendicoli στο Dorsoduro (η αρχαιότερη εκκλησιά της Βενετίας).
San Giorgio dei Greci - το καμπαναριό γέρνει, αλλά αυτό δε φαίνεται στη φωτογραφία.
Στο βάθος φαίνεται "Η Ανάληψις της Θεοτόκου", έργο του Τισιανού (δεν κατάλαβα τι του βρίσκουν).


Posted by Christophorus at 11:54 π.μ. 0 comments
















