Η καλύβα του Παππού

10 Φεβ 2007

Μνημόσυνο

ΠΙΚΡΙΑ

Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμόι,
και τη γριά που μέτραγε με πόντους τη ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας στο κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και τη πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο, μικρό, θαλασσινό κοχύλι.

Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
την πυρκαγιά που ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μου 'δώσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και "Σε πονάει με τη νοτιά;" - Όχι, απ' αλλού πονάω.

Του τρατολόγου το καημό, του ναύτη την ορφάνια,
του καραβιού που κάθισε την πλώρη τη σπασμένη.
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου, που 'χα για περηφάνια,
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ' Αμερική κι Ασία.
Σύρμα που εκόπηκε στα δυο και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει τη προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταξιδέψαν τα νησιά στο πόντο, τα Κανάρια.

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δυο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σε αντίκρισε, γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

7-2-1975


Το έχει μελοποιήσει υπέροχα ο Μικρούτσικος. Το έχουν τραγουδήσει πολύ γλυκά οι Κατσιμιχαίοι και το έχει "ψάλλει" εξαίσια ο Γιάννης ο Κούτρας.

Στο δίσκο δεν τραγουδιούνται οι δύο εξαίσιες, πρώτες στροφές, ούτε κι η τελευταία - που αναφέρεται στην ταφή των ναυτικών. Ως τελευταία στροφή ακούγεται η αμέσως προηγούμενη: το παράξενο, εσχατολογικό, θά 'λεγα, όραμα, με τα νησιά να ταξιδεύουν στον πόντο και τους αιώνιους εχθρούς ν' αγκαλιάζονται.

Είναι το τελευταίο ποίημα που έγραψε - τρεις μέρες μετά, ο θάνατος κατήγαγε νίκην επί του έρωτος και τον πήρε. Ήταν 10 του Φλεβάρη, πριν τριανταδυό χρόνια.

Άτιτλο

Παλέυουνε, αέναα μεταξύ τους.
Στ' ανάμεσό τους σκίζονται ψυχές.
Στα δίχτυα του Έρωτα
θωρακιζόμαστε όπως-όπως,
να ξορκιστεί το Χαίνον Στόμα
που όλο μας ζυγώνει.


Κι έπειτα νιώθεις, μιαν ώρα,
πως στο μέσα σου είναι που φωλιάζει ο θάνατος.
Κι έπειτα νιώθεις, μιαν ώρα, πως όσο κι αν το προσπαθείς,
όλα πεθαίνουν.

Ξυπνάς και βλέπεις γύρω μόνο τοίχο-
κι οι άνθρωποι που είπες πως αγάπησες
ήταν κομπάρσοι μόνο,
σε μια παράσταση παράξενη -σαν μαγική τελετουργία,
πού 'χε σκοπό να ξορκιστούν τ' αρχαία φαντάσματα.

Μαύρο κενό-βαρύ σκοτάδι.

Μ' όλη τη φρίκη,
έχει μια απόκοσμη ησυχία αυτός ο Άδης.


Ζυγώνει Σαρακοστή.














Σαν χτες έφυγε από τούτη τη ζωή
ο Μεγάλος Αμαρτωλός Θεόδωρος Μιχαήλοβιτς, δούλος του Θεού.

7 Φεβ 2007

Echoes

Ανέφελη τα μάτια μου χτυπάς κάθε καινούργια μέρα,
Με καλείς και με εμπνέεις να σηκωθώ
Κι απ’ το παράθυρο γοργά κυλούν στον τοίχο,
Στων ηλιαχτίδων τα φτερά,
Μυριάδες πρεσβευτές, λαμπροί, του πρωινού.

Και κανείς δεν τραγουδά νανούρισμα για μένα,
Κανείς δεν μ’ αναγκάζει τα μάτια μου να κλείσω
Έτσι διάπλατα τα παραθύρια ανοίγω
Για να σε φτάσει μεσ’ από τον ουρανό η φωνή μου.

Pink Floyd, "Echoes", από το LP "Meddle".

Από τους ωραιότερους στίχους του Roger Waters.
Ποια ανεξιχνίαστη δύναμη
μας ωθεί να προχωρούμε;

Ίσως ο έρωτας για ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα, ένα νόημα που ακόμα δεν μας έχει αποκαλυφθεί, μια ανεπίγνωστη χάρις.

5 Φεβ 2007

Δελτίον καιρού

Καθώς έλεγε και πριν τριάντα χρόνια ο αγαπητός Διονύσης στους "Αχαρνείς", δια χειλέων Δικαιόπολι:


"- (...)Χιονίζει! Χειμέρια τα πράγματα...."

"-(....)Ναι, χιονίζει. Αρχίζουνε τα θαύματα..."




Κι όπως έλεγε ο μπαρμπα-Γιαννιός (που για να λησμονήσει την ασωτεία και την ορφάνια ευρέθη ερωτευμένος, ο πτωχός, με τη γειτόνισσα, την πολυλογού και ψεύτρα, που μια φορά κι αυτή δεν είχε πει "Γιαννιό μου, έλα μέσα"), ο μπαρμπα- Γιαννιός ο Έρωντας κι όχι Γέροντας, θωρώντας το πάλλευκο χιόνι - το σάβανό του- να πέφτει:

"-...Να μας ασπρίσει όλους το χιόνι του Θεού.... Να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας..."

Ένα ακόμη ποίημα του Καβάφη


Μέρες του 1903


Δεν τα ηύρα πια ξανά - τα τόσο γρήγορα χαμένα,
τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό
το πρόσωπο, στο νύχτωμα του δρόμου.
Δεν τα ηύρα πια - τ' αποκτηθέντα κατά τύχην όλως,
που έτσι εύκολα παραίτησα·
και που κατόπι με αγωνίαν ήθελα.
Τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό το πρόσωπο,
τα χείλη εκείνα δεν τα ηύρα πια.


(Και ιδού, στιγμή φοβερή, που αποκαλύπτεται σ' ολο το βάθος της η μ α λ α κ ί α της ζωής σου, έχοντας μόλις αφήσει να σου φύγει μέσα από τα χέρια σου αυτός, που ίσως να ήταν κι ο άνθρωπός σου.
Όποιος δεν το έχει ακούσει μελοποιημένο από τον Μάνο Χατζιδάκι, με τη φωνή του Δημήτρη Ψαριανού, ας σπεύσει. Όλος ο δίσκος - "O Μεγάλος Ερωτικός"- είναι αριστούργημα - σηκώνει ειδικό και εκτενές post).

3 Φεβ 2007

Μέσα στα καπηλειά



Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία

της Βηρυττού κυλιέμαι. Δεν ήθελα να μένω
στην Αλεξάνδρεια εγώ. Μ' άφισεν ο Ταμίδης
κ' επήγε με του Επάρχου τον υιό
για ν'αποκτήσει μια έπαυλι στον Νείλο,
ένα μέγαρον στην πόλιν. Δεν έκανε να μένω
στην Αλεξάνδρεια εγώ. -Μέσα στα καπηλειά
και τα χαμαιτυπεία
της Βηρυττού κυλιέμαι.
Μες σ'ευτελή κραιπάλη διάγω ποταπώς.
Το μόνο που με σώζει σαν εμορφιά διαρκής,
σαν άρωμα που επάνω στην σάρκα μου έχει μείνει,
είναι που είχα δυο χρόνια δικό μου τον Ταμίδη, τον πιο εξαίσιο νέο,
δικό μου όχι για σπίτι ή για έπαυλι στον Νείλο.




Ένα από τα ομορφότερα και γνησιότερα ερωτικά ποιήματα που ξέρω. Καβάφης, φυσικά.

29 Ιαν 2007

Σοφό Ρητό



ΟΤΑΝ ΕΠΙΘΥΜΕΙΣ ΚΑΤΙ ΠΟΛΥ......



ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ.....


ΣΕ ΕΧΕΙ ΧΕΣΜΕΝΟ.



(Ρηθέν υπό εκλεκτού φίλου, ο οποίος, όπως κι εγώ, σιχτιρίζει ασυστόλως με τις υπεραισιόδοξες "συνταγές ευτυχίας" που κυκλοφορούν ανερυθριάστως, όντας περίτεχνοι αμυντικοί μηχανισμοί, αν όχι περίτεχνες απάτες, κατάλληλες για την αποχαύνωσή μας. Και τις οποίες συχνά καταπίνουμε αμάσητες, εμμένοντας στην νηπιακή φαντασίωση ότι θα κατορθώσουμε να αποκτήσουμε ό,τι, όπως κι όποτε το θέλουμε και - κυρίως- θα αποφύγουμε την αναπόφευκτη οδύνη της ύπαρξης).




27 Ιαν 2007

Γκράφιτι

Πριν δύο ή τρία χρόνια, κάνοντας βόλτα στα Εξάρχεια, είχα την τύχη να δω και να φωτογραφήσω το αριστουργηματικό γκράφιτι που βλέπετε παρακάτω. Ήταν κάπου στη Θεμιστοκλέους, θυμάμαι, ψηλά, λίγο πριν την Καλλιδρομίου.


Θυμάμαι ότι πονοκεφαλιάσαμε αγρίως με ένα φίλο, διατυπώνοντας πλήθος θεωριών, για το τι μπορεί να ήθελε να πει ο συντάκτης του - και άλλες τόσες για το τι είχε πιει προτού προβεί στη συγγραφή (αυτό ήταν πιο εύκολο).

Τα χρόνια περάσανε, φυσικά δεν θυμάμαι τίποτε από τα όσα λέγαμε τότε. Το γκράφιτι περάστηκε από πάνω με μπογιά και χάθηκε.

Αλλά εγώ έχω μείνει με την απορία.

25 Ιαν 2007

Ανεκδοτάκι

Πεθαίνει ένας Καθολικός, πάει στον Παράδεισο. Τον βλέπει ο Αγιος Πέτρος, τον στέλνει στον τρίτο όροφο, να είναι με τους ομοδόξους του. "Μόνο κανε ησυχία περνώντας από τον πρώτο, εντάξει;", του λέει.

Ακολουθεί ένας Προτεστάντης, τα ίδια: ανέβα στον τέταρτο, ησυχία περνώντας από τον πρώτο, κ.ο.κ.
Μετά ήρθαν ένας Μουσουλμάνος, ένας Εβραίος, δύο Ανιμιστές, ένας Ινδουιστής, τρεις Βουδιστές και, τέλος, ένας άθεος.

"Τι 'ναι τούτο πάλι!", έκανε με απορία.

"Ο Παράδεισος, τέκνον! Καλώς όρισες!"

"Παράδεισος; Ασε, παππούλη, εγώ δεν πιστεύω σε τέτοια παραμύθια. Άκου, Παράδεισος!"
"Λοιπόν, τι θέλεις να γίνει τώρα; Είτε πίστευες είτε όχι, Θεός υπάρχει, και κρίνει ότι είσαι κι εσύ για εδώ. Θα μπεις, ή όχι; Άντε, περιμένουνε κι άλλοι", λεει ο Άγιος, που είχε αρχίσει να τσαντίζεται.

Ο άλλος το σκέφτηκε, δεν του έπεφτε κι άσχημα, κι είπε να μπει.

"Λοιπόν, ωραία! Στον έκτο όροφο θα πας, αλλά κάνε ησυχία περνώντας από τον πρώτο, 'ντάξει;"

Τι ήταν να το πει...

"Πώς! Τι είναι αυτά, κάτι μου κρύβετε! Συνωμοσία, το δίχως άλλο, του ιερατείου, και..."

"Ωχ, μην αρχίζεις! Καλά λένε πρώτα βγαίνει η ψυχή κι έπειτα το χούι. Θα σου πω: Στον πρώτο, παιδί μου, έχουμε τους Ορθόδοξους. Οι φτωχοί, είναι απόλυτα πεπεισμένοι πως είναι μόνοι τους εδώ πέρα και δεν μας κάνει καρδιά να τους το χαλάσουμε..."

22 Ιαν 2007

Η Επανάστασις της κυρίας διευθύντριας

Και εκείνην την άνοιξιν, εις το μικρόν και στενάχωρον παράρτημα της Υπηρεσίας .........., ο καιρός εκύλα κατά τον συνήθην τρόπον: Πελάται εισέρχοντο ταχέως, και πάντοτε ομαδόν, ενώ εξέρχοντο βραδέως, προς απόγνωσιν των υπαλλήλων˙ η προϊσταμένη ωμίλει και εχαριεντίζετο τηλεφωνικώς ή εμοίραζεν διαταγάς, συχνά αντιφατικάς˙ οι άλλες υπάλληλοι κατέβαλλαν φιλοτίμους προσπαθείας να εργασθούν˙ η νεαρά και χαριεστάτη ύπαρξις που έκαμνε την πρακτικήν της άσκησην «έπηζεν» αγρίως, καθώς την είχον εύρει μικράν και πρόθυμον και την «έτρεχον», και οι ταμίαι έρριπταν επ’ αυτής κρυφές ματιές. Ω, ήτο ωραιοτάτη: υψηλή, ευθυτενής, με σώμα σφριγηλόν και πρόσωπον γλυκύν ενώ αι παρειαί της, ελαφρώς προέχουσες, ήταν ως σχεδόν να επροκάλουν δια θωπείας. Ιδιαιτέρως την εκοίτα εις εξ αυτών, διακινδυνεύων να πτωχύνη ακόμη περισσότερο, καθώς η προσοχή του διεσπάτο και ο κίνδυνος ενός ακόμη ταμειακού ελλείμματος ήτο επικινδύνως εγγύς. Συχνά υποψιθύριζεν δοκιμαστικώς αυτοσχεδίους φράσεις (κοινώς «ατάκες») για να την εντυπωσιάσει, τις οποίες συχνά απέρριπτε, ως λίαν «μπανάλ», ή καταφανώς γελοίες. Άλλοτε απογοητεύετο, ενθυμούμενος την αφήγησιν φίλου τινός, όστις είχεν καταναλώσει κάποτε αφειδώς γενναίας ποσότητας της φαιάς του ουσίας, προσπαθών επιμόνως να γοητεύση με πνευματώδεις εκφράσεις νεαράν καλλίγραμμον ύπαρξιν, μόνον και μόνον δια να την ιδεί, ώρας αργότερα, να απομακρύνεται, της νυκτός προϊούσης, μετά τινος πιθηκοειδούς ανδρός, όστις είχεν επιτύχει κάμνοντας χρήσιν του ελάχιστα πνευματώδους και διόλου πρωτοτύπου: «έρχεσαι συχνά εδώ;»

Εν μέσω αυτών υπήρχε και η κυρία διευθύντρια, γυνή σχεδόν πεντηκοντούτις, μοδέρνα (ως ενόμιζεν), προοδευτική (ως επίστευεν) και «με ανοικτό μυαλό», καθώς εμελέτα ανελλιπώς, και εκαυχάτο δι’ αυτό, το «Ανεξήγητο», το «Τρίτο Μάτι» και διαφόρους περιοδικάς εκδόσεις του είδους, αι οποίαι καθιστούν αμαθέστερους τους ημιμαθείς, καλλιεργώντας εις αυτούς την απατηλήν εντύπωσιν, ότι τους καθιστούν «γνώστας», μεμυημένους εις γνώσιν κρυφήν και απρόσιτον δια τους κοινούς θνητούς. Eθεώρει εαυτήν ελληνολάτριδα, απορρίπτουσα μετά βδελυγμίας κάθε τι το έχον σχέσιν με τον Χριστιανισμόν, τον οποίον εχαρακτήριζεν «θρησκεία των Εβραίων»- πράγμα που ουδόλως την εμπόδιζεν να επιδεικνύει φιλαργυρίαν εντελώς ανάλογον με εκείνην που συνήθως ο πολύς κόσμος αποδίδει – απλουστευτικώς και αδίκως- εις τους απογόνους του Αβραάμ. Η κυρία διευθύντρια ασκούσε, λοιπόν, θορυβωδώς την μικροπολιτικήν της, ήτοι εμοίραζε και αυτή εντολάς, τας οποίας ελησμονούσε ολίγα λεπτά αργότερα, ή τας ακύρωνε δι άλλων, μονολογούσε διάφορα ακατάληπτα, υπεδέχετο τα διαρκή κουδουνίσματα του τηλεφώνου με την φράσιν « Έλα παιδί μου! Τώρα, τώρα δα σε σκεφτόμουνα», ή άλλοτε « Στο μυαλό μου σε είχα!», προς μεγάλην έκπληξιν όλων, που ευλόγως απορούσαν πώς είναι δυνατόν να χωρά τόσα ένας νους, ή ενεθυμείτο αίφνης πόσον άσχημον της εφαίνετο το νέον, μετά την ανακαίνισιν, δάπεδον, ως τούτον να ήτο το σημαντικότερον πρόβλημα ουχί μόνον της Υπηρεσίας, αλλά σύμπαντος του κόσμου. Συχνά, δε, έλεγεν και μάλλον απίστευτα πράγματα, επικαλουμένη την προτίμηση που της έδειχνε, τάχατες, ο Διοικητής της Υπηρεσίας, λόγω των υψηλών αποδόσεων του παραρτήματος του οποίου είχε την ευθύνη, και το οποίον μετά κτητικότητος απεκάλει «το κατάστημά μου», ως να ήτο το ψιλικατζήδικόν της (και το διηύθυνεν αναλόγως), και άλλα ακόμη παραδοξότερα, ων ουκ έστιν αριθμός. Οι ταμίες την είχον «μυριστεί» και την εχλεύαζαν κρυφίως, αποκαλώντας την συχνότατα «φιδέμπορα», εννοώντας με αυτήν την έκφρασιν, την εις ημάς αγνώστου προελεύσεως, αυτόν που πωλεί χονδροειδή παραμύθια.

Ούτως εκύλα και εκείνη η άνοιξις, η επί μακρόν αναμενομένη και εκνευριστικώς αργοπορούσα. Ώσπου μια των ημερών, ως ανεμένετο, εξέσπασε ο από μακρόν σχεδιαζόμενος πόλεμος εις το Ιράκ, καθώς αυτόν τον τρισταλαίπωρον, πλην πετρελαιοφόρον, τόπον είχον επιλέξει οι ισχυροί του κόσμου τούτου ως εχθρόν μιαρόν, ως καβαφικόν βάρβαρον και ως αποδιοπομπαίον τράγον. Η ζωή εις το κατάστημα εσυνεχίσθη ως και άλλοτε, με μόνην διαφοράν τα συχνά «πηγαδάκια», εις τα οποία άπαντες έρριπταν τον λίθον του αναθέματος εις τας Η.Π.Α., την Μεγάλην Βρεταννίαν και την Ισπανίαν και εστοχάζοντο περί της φρίκης του πολέμου. Εις εκ των ταμιών, ο ερωτικώς διακείμενος προς την νεαράν ασκουμένην, ελάμβανεν μέρος και εις τας διαδηλώσεις, πασχίζων να αισθανθεί ότι πράττει κάτι το σημαντικόν, ή μάλλον ότι είναι ο ίδιος κάποιος σημαντικός, γοητευθείς από το είδωλον του εαυτού του, τρέχοντος και ασθμαίνοντος, εν μέσω δακρυγόνων και αντιπολεμικών ιαχών, εκφερομένων μετά βαρβαρικού μένους. Όμως ολίγην, έστω, αυτοσυναίσθησιν είχε, καθώς και φίλους, εις εκ των οποίων, πρεσβύτερος αυτού και ρασοφόρος, δια της γνώμης του συχνά τον ωθούσε εις προσγειώσεις ανωμάλους, αι οποίαι, παρά το ότι δεν ήσαν διόλου ευχάριστες, τον προεφύλασσαν από οιήσεις και φαιδρότητας. Συμμετείχε, λοιπόν εις τας πορείας με έντονον κριτικόν βλέμμα, σκεπτόμενος πως το μόνον που ηδύνατο να τας δικαιώσει, θα ήτο να ριφθούν δύο ή τρία βλήματα ολιγότερα. Φύσει μελαγχολικός ων, δεν ήλπιζε και σε κάτι περισσότερο εξ’ αρχής. Άλλωστε, όσο και εάν ήτο έγκλημα βαρύ η άδικος και αλλοπρόσαλλος επίθεσις των ισχυρών εναντίον του Ιράκ, εκείνος εγνώριζε πλέον, πως το κρισιμότερον είναι να μην υιοθετεί κανείς την λογικήν αυτών - Λογικήν; Ήμαρτον! παραλογισμόν εννοούσα- εις την ζωήν του και εις τας σχέσεις του.

Αίφνης, μία των ημερών, και με τον άδικον και βάρβαρον πόλεμον, ως άδικος και βάρβαρος είναι πας πόλεμος, να κυριαρχεί εις τα δελτία, τας εφημερίδας και τας συζητήσεις, η κυρία Διευθύντρια εισέβαλλε ορμητικώς εις το «κατάστημά της», ανεμίζουσα πολυγραφημένας επαναστατικάς σελίδας, ήτοι καταλόγους προϊόντων αμερικανικών εταιριών, και ομιλούσα ευθαρσώς και μετά πάθους περί «μποϊκοτάζ των Αμερικανών και των Εβραίων που τους ελέγχουν», ως την μόνην οδόν αντιστάσεως. Έλεγεν, δε, πως εκείνη είχε σταματήσει να καταναλώνει αμερικανικά προϊόντα από καιρόν, πως άπαντες οι υπάλληλοι όφειλαν όπως δίδουν καταλόγους και εις τους πελάτας, και άλλα τέτοια. Τέλος, διεκήρυξεν πως θα μοιράση τον κατάλογον και εις το γειτονικόν κατάστημα με τας υγιεινάς τροφάς, του οποίου ήτο τακτικοτάτη πελάτις, και απείλησε πως εάν εύρη Αμερικανικόν τι προϊόν εν αυτώ, δεν θα ξαναψωνίση. Όταν επέστρεψε εκ της μικράς εκστρατείας της, ήτο περιέργως σιωπηλή, ως να είχεν αναγκασθεί να «νερώση το κρασί της».

Ο ταμίας παρηκολούθη τα γενόμενα εμβρόντητος. Οποίον παράδοξον! Να δηλώνει επαναστάτις εναντίον της Αμερικής εκείνη, ήτις είχε πλήρως υιοθετήσει την κυρίαρχην εις όλον τον δυτικόν κόσμον άποψιν περί των σχέσεων εν τω χώρω εργασίας, ήτοι την κολακείαν, τον ατομικισμόν, το ψεύδος, όλον αυτό το μιαρόν πλέγμα, που οι Αγγλοσάξονες καλούν “public relations”, οι δε Νεοέλληνες «δημοσίους σχέσεις». Εκείνη, ήτις επροσπάθει, ως θλιβερά καρικατούρα καπιταλιστού επιχειρηματίου του προπερασμένου αιώνος, «να βγάλη κι απ’ τη μύγα ξύγκι», στερώντας από τους υφισταμένους της πολλά από εκείνα που νομίμως εδικαιούντο. Εκείνη, ήτις ως σκοπόν ζωής είχεν την καρριέραν και την επιτυχίαν, τον εφιάλτην που συνήθως αποκαλούμεν «Αμερικανικόν Όνειρον».

Ο ταμίας έμεινεν χάσκων, μη δυνάμενος να πιστεύση το μέγεθος του θράσους, ή της τυφλώσεως. Ενεθυμήθη και την πρόσφατην διήγησιν φίλου του Κρητός, ο οποίος περιέγραφεν το πώς εσείετο καθημερινώς η πόλις των Χανίων από τας αντιπολεμικάς εκδηλώσεις, και πως το βράδυ όλοι οι καταστηματάρχαι «έκαμναν τεμενάδες» στους ναύτες των Αμερικανικών πολεμικών σκαφών.

Eνεθυμήθη τον προσφιλέστατόν του κυρ-Αλέξανδρον και εμορμύρισεν πικρώς: «Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι γραικύλοι;» και, παύσας να φιλοσοφεί περί των ανθρωπίνων, εύρεν και πάλιν χαρμόλυπον παραμυθίαν εις την γλυκείαν βάσανον της ενατενίσεως της ωραιοτάτης και καλλιμόρφου ασκουμένης.



(Γραμμένο τις ημέρες που ξεκινούσε η επέμβαση στο Ιράκ, άνοιξη του 2003)

18 Ιαν 2007

Χριστοδούλου λόγος, "Περί κουσουρίων"



«Δεν είναι δυνατόν ο Απόστολος Παύλος να λέει ότι από τη βασιλεία των ουρανών αποκλείονται οι μοιχοί, οι πόρνες και οι αρσενοκοίτες, δεν μπορεί να λέει αυτά ο Απόστολος Παύλος και εμείς να λέμε διαφορετικά για να μη μας παραλάβουν οι δημοσιογράφοι και να μη μας ξεφτιλίζουν στις εκπομπές τους τα βράδια και τα πρωινά».


Τάδε έφη ο Αθηνών Χριστόδουλος.

Χώρια που ο Παύλος μιλά για "πόρνους" και όχι για πόρνες, αν αναρωτηθεί κανείς γιατί επέλεξε να αναφερθεί σε τρία μόνο από τα όσα αναφέρει ο Παύλος, καταλήγει στο ότι όλη αυτή η εστίαση στα σχετικά με τη σεξουαλικότητα, είναι μάλλον μια ύποπτη ιστορία... Ο Παύλος, μεταξύ άλλων, αναφέρει κλέφτες και λοιδορούς - εδώ που τα λέμε, μάλλον κανείς άνθρωπος δεν εξαιρείται από τον κατάλογό του...

Απορία ψάλτου βηξ - γκουχ- γκουχ! Το να μιλάς για "κουσούρι" δεν αποτελεί λοιδορία, όπως λέει και γνωστός μου παπάς;

Γκουχ, και πάλιν ερώ, γκουχ: Μήπως είναι πολύ εξυπηρετικό να θεωρηθεί ως θανάσιμη αμαρτία κάτι που μπορεί κανείς να το διαπράττει κρυφά και με την άνεσή του, όπως είναι τα σαρκικά; Ο πλούτος, για παράδειγμα, δεν μπορεί να κρυφτεί, ούτε η κραυγαλέα αδιαφορία για τον συνάνθρωπο.

Τι να πεις και τι να ομολοήσεις... Πολύ ασχολήθηκα και δεν αξίζει. Το μόνο που ήθελα να πω, με πολύ καημό, είναι πως θα ήταν ευχής έργον αν όλοι αυτοί οι μεγαλόσχημοι κήρυκες της ηθικής είχαν ένα μικρό μόνο μέρος από την πίστη και την ευλάβεια του μακαριστού κυρ-Γιάννη Τσαρούχη.

Που είναι ο Χειμώνας; ο έ ο ;;;!



Μια και δεν βλέπω να δούμε φέτος άσπρη μέρα, ας θυμηθούμε τα περσινά...