Η καλύβα του Παππού

3 Μαρ 2010

Αποζημιώσεις, Νόμπελ και βελανίδια

Πέραν του μικροκομματικού προσωπικού οφέλους, ή/και της προσπάθειας αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από την ουσία της κρίσης, ειλικρινά δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο λόγο μπορεί να έχει ο οποιοσδήποτε Έλληνας πολιτικός για να αποφασίσει να το παίξει τσαμπουκάς ενάντια στη Γερμανία, είτε με το χαρτί μιας Νέας Εθνικής Αντίστασης – παραβλέποντας την, εντελώς τεχνικής φύσεως, λεπτομέρεια ότι ο πόλεμος έχει λήξει εδώ και 65 χρόνια- είτε με το χαρτί της –υποτιθέμενης…- πολιτισμικής υπεροχής.

Αλλά άντε κι αποφάσισε να το κάνει, χάθηκε ο κόσμος να προηγηθεί λίγη μελέτη; Ο πρόεδρος της Βουλής επικαλέστηκε τα δύο Νόμπελ των Σεφέρη και Ελύτη, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες οι Γερμανοί –λέει- «μήπως έβγαλαν κανέναν Μπετόβεν και δεν τον πήραμε χαμπάρι;». Ο Παντελής Μπουκάλας, για το ίδιο χρονικό διάστημα, έβγαλε τέσσερα τα Νόμπελ των Γερμανών στη λογοτεχνία, ο Στέφανος Κασσιμάτης μέτρησε τα Νόμπελ που πήραν σε όλους τους τομείς και τα έβγαλε σαράντα (αμφότεροι στην Καθημερινή), ενώ ο Νίκος Δήμου στο blog του τα βγάζει πάνω από πενήντα. Τέτοια προκλητική άγνοια εκθέτει πολύ περισσότερα από τον ίδιο – χώρια που αποκαλύπτει πως το επίπεδο του λόγου πολλών Ελλήνων πολιτικών βρίσκεται στο επίπεδο του λόγου κάποιων Γερμανών δημοσιογραφίσκων.

Βέβαια –και δυστυχώς!- ο κ. Πετσάλνικος δεν ήταν μόνος στον αγώνα του: μαζί του εκτόξευσαν μύδρους ο Δήμαρχος Αθηναίων Νικήτας Κακλαμάνης, ο Πέτρος Ευθυμίου, ο Γιώργος Καρατζαφέρης, το Ινστιτούτο Καταναλωτή και πολλοί άλλοι. Ο συνήθως εκρηκτικός Θεόδωρος Πάγκαλος, ήταν –περιέργως-μάλλον πιο συγκρατημένος.

Σχετικά με τις αποζημιώσεις, κάποιες δικές μου σκέψεις: Πέραν του προφανούς, ότι όταν είσαι, δηλαδή, με την πλάτη στον τοίχο δεν σε παίρνει να κουνάς επιτιμητικά το δάχτυλο σε αυτόν που περιμένεις να σε βοηθήσει, η συνεχής επίκληση των εκκρεμών πολεμικών αποζημιώσεων ευτελίζει κάτι ιερό, που δεν του πρέπει να γίνεται επιχείρημα του τύπου «κι εσείς καταπιέζετε τους μαύρους» και που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί εν καιρώ χωρίς προχειρότητες, χώρια που αποκαλύπτει απουσία άλλων –και ουσιαστικότερων- επιχειρημάτων.

Θα μπορούσε, λ.χ., να αναφερθεί κανείς στη γνώμη πολλών οικονομολόγων, ότι το ευρώ είναι κάτι σαν μετενσάρκωση του Γερμανικού Μάρκου (εφόσον είναι, σε μεγάλο βαθμό, κομμένο και ραμμένο ανάλογα με τις επιθυμίες της Γερμανίας, που υπερασπίζεται σαν κέρβερος το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας – άλλο αν κι εκείνη το παραβιάζει), οπότε ένα μέρος της γκρίνιας μερίδας των Γερμανών για τα προβλήματα που σήμαινε γι’ αυτούς η εγκατάλειψη του ισχυρού και σκληρού δικού τους νομίσματος, είναι αδικαιολόγητο.

Θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς στην ανάγκη μερίδας Γερμανών πολιτικών (λέγε με FDP) να υποδαυλίσουν τις προκαταλήψεις που επιβιώνουν στην αντίληψη που έχει ο Γερμανικός λαός για τους Μεσογειακούς λαούς, προκειμένου να λειτουργήσουν αυτοί οι τελευταίοι ως αποδιοπομπαίος τράγος, εν όψει των περικοπών που αναπότρεπτα θα συνεχίσει να υφίσταται το κράτος προνοίας, αλλά και τα εισοδήματα στη Γερμανία.

Θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς σε συγκεκριμένα νούμερα – πόσα χρήματα εισέρρευσαν στην Ελλάδα από την Ε.Ε., πόσα από αυτά προέρχονται από τη Γερμανία, και πόσα χρήματα πήγαν στη Γερμανία από τις αγορές Γερμανικών προϊόντων και –ουχ ήττον- οπλικών συστημάτων από τη χώρα μας – δείτε σχετικό δημοσίευμα στο «Βήμα» εδώ.

Θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς στην ανάγκη εποπτείας των παραγώγων προϊόντων, με τα οποία κερδοσκοπούν διάφοροι εις βάρος της δικής μας χώρας και του ίδιου του Ευρώ.

Θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς στον υποκριτικό αυτοδικαιωτισμό πολλών εκ των εταίρων μας, που ασφαλώς γνώριζαν περί των παραποιημένων μας στοιχείων, αλλά έκαναν τα στραβά μάτια, για λόγους πολιτικούς, και τώρα προσπαθούν να κρύψουν πίσω από τις χρόνιες δικές μας παθογένειες τα δομικά προβλήματα της ίδιας της Ευρωζώνης.

Θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς στο άτοπο της αντιμετώπισης δομικά διαφορετικών οικονομιών με τους ίδιους όρους.


Και όλα αυτά όχι για να αρνηθούμε, καταπώς αγαπούμε να κάνουμε, τις τεράστιες δικές μας ευθύνες για το χάλι μας.

Αλλά γιατί, όπως εύστοχα γράφει η Sueddeutsche Zeitung, μια « (..) διένεξη ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία είναι ιδιαίτερα επιβλαβής, γιατί ρίχνει νερό στο μύλο των λαϊκιστών και στις δύο πλευρές και δυσκολεύει εκείνους που αναζητούν μια διέξοδο από τη σημερινή κρίση.»

Κοινώς, ήρθε ο καιρός να επαναφέρουμε τη συζήτηση στην πραγματικότητα, μια πραγματικότητα πολύπλευρη, πολύπλοκη και πολύχρωμη, που ουδεμία σχέση έχει με θλιβερά και βλακώδη κλισέ που βλέπουν τον κόσμο ασπρόμαυρο, τους Μεσογειακούς λαούς ως εκ φύσεως τεμπέληδες και απατεώνες, ή τους κεντροευρωπαίους ως εσαεί οφειλέτες δικούς μας, κατά το αξιοθρήνητο σλόγκαν «όταν εμείς (ποιοι «εμείς», αλήθεια;) χτίζαμε Παρθενώνες, εσείς τρώγατε βελανίδια».

2 Μαρ 2010

2 Μαρτίου, Νικολάου του Πλανά


Γνωρίζω έναν ιερέα εις τας Αθήνας

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Μεταξύ των υπαρχόντων ιερέων υπάρχουσιν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί, εις τας πόλεις και εις τα χωρία.

Είναι τύποι λαϊκοί, ωφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ας μην εκφωνούσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπον πώς να διδάσκωσι το ποίμνιον.

Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκώτερος των ανθρώπων. Διά πάσαν ιεροπραξίαν αν τού δώσης μίαν δραχμήν, ή πενήντα λεπτά, ή μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν τού δώσης τίποτε, δεν ζητεί. Διά τρεις δραχμάς εκτελεί παννύχιον Ακολουθίαν, Λειτουργίαν, Απόδειπνον, Εσπερινόν, Όρθρον, Ώρας, το όλον διαρκεί εννέα ώρας. Αν τού δώσης μόνο δύο δραχμάς, δεν παραπονείται. Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ τού το δώσης, το κρατεί διά πάντοτε. Επί δύο, τρία έτη εξακολουθεί να μνημονεύη τα ονόματα. Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο ή τρεις χιλιάδας ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. Η προσκομιδή παρ' αυτώ διαρκεί δύο ώρας. Η Λειτουργία αλλάς δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός τού ιερού, από πρόσφορα ή αρτοκλασίαν, τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε.

Μίαν φοράν έτυχε να χρωστή μικρόν χρηματικόν ποσόν, και ήθελε να το πλήρωση. Είχε δέκα ή δεκαπέντε δραχμάς. Όλα εις χαλκόν. Επί δύο ώρας εμετρούσεν, εμετρούσεν, εμετρούσεν και δεν ημπορούοε να τα εύρη πόσα ήσαν. Τέλος εις άλλος χριστιανός έλαβε τον κόπον και τού τα εμέτρησεν. Είναι ολίγον τι βραδύγλωσσος και περισσότερον αγράμματος. Εις τας ευχάς, τας περισσότερας λέξεις τας λέγει ορθάς, εις το Ευαγγέλιον, τας περισσότερας εσφαλμένας. Θα ειπείτε, διατί η αντίθεσις αύτη; Αλλά τας ευχάς τας ιδίας απαγγέλλει καθ' εκάστην, ενώ την δείνα περικοπήν τού Ευαγγελίου θα την αναγνώση άπαξ ή δις ή, το πολύ, τρις τού έτους, εξαιρέσει ωρισμένων περικοπών συχνά, άλλ' ατάκτως επανερχομένων, ως εις τούς Αγιασμούς, εις τας Παρακλήσεις. Τα λάθη όσα κάμνει εις την ανάγνωσιν, είναι πολλάκις κωμικά και όμως εξ όλων των ακροατών του, εξ όλου τού εκκλησιάσματος, κανείς μας δεν γελά. Διατί; Τον εσυνηθήσαμεν και μας αρέσει. Είναι αξιαγάπητος• Είναι απλοϊκός και ενάρετος. Είναι άξιος τού πρώτου Μακαρισμού τού Σωτήρος.

Τώρα υποθέσατε ότι αυτός ο ίδιος ιερεύς είχε εξέλθει από ιεροδιδασκαλείον, παλαιόν ή νέον,θα είχε διαφοράν επί το βέλτιον; Θα ήτο πασαλειμμένος με ολίγα ατελή, κακοχώνευτα και συγκεχυμένα γράμματα, με περισσοτέραν οίησιν και αξιώσεις; Θα ήτο δια τούτο καλύτερος;

Πηγή: περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, τεύχος 16 (από το βιβλίο Ο παπα- Νικόλας Πλανάς, Εκδόσεις «ΑΣΤΗΡ», Αθήνα 1979. ) - Εγώ το ήκλεψα από το διαδίκτυο.

22 Φεβ 2010

Τρία διαφωτιστικά άρθρα...



....από την Καθημερινή


Η ώρα της αλήθειας για την Ε.Ε.
Αν δεν αναθεωρηθεί το Σύμφωνο Σταθερότητας, οι Ευρωπαίοι θα αντιμετωπίζουν στο μέλλον την Ενωση, όπως οι Λατινοαμερικανοί το ΔΝΤ

Του Πετρου Παπακωνσταντινου
«Δεν μπορεί να ερωτευτεί κανείς μια κοινή αγορά, χρειάζεται κάτι περισσότερο», είπε κάποτε ο ισχυρότερος πρόεδρος που πέρασε από την Κομισιόν, ο Ζακ Ντελόρ, για να δικαιωθεί σύντομα με τα «όχι» των πολιτών σε αλλεπάλληλα ευρωδημοψηφίσματα. Θα έπρεπε όμως να προσθέσει: Μπορεί κάλλιστα να μισήσει κανείς μια τέτοια Ενωση! Οπως σημειώνει ο αρθρογράφος των Financial Times Βόλφγκανγκ Μίνχαου, εάν οι Βρυξέλλες αποτύχουν να προστατεύσουν ευάλωτες χώρες-μέλη από τις επιθέσεις των διεθνών κερδοσκόπων και τις εγκαταλείψουν στο έλεος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, «τότε η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί όπως εξελίχθηκε η Αργεντινή», και η Ευρωπαϊκή Ενωση να γίνει τόσο απεχθής, όσο απεχθές είναι το ΔΝΤ στα μάτια των λαών της Λατινικής Αμερικής.
Η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στην ασφυκτική πίεση των Βρυξελλών για «μέτρα που θα στάζουν αίμα», εκφράζεται ολοένα και περισσότερο υψηλόφωνα. Στο τελευταίο βιβλίο του, ο Γάλλος οικονομολόγος Φρεντερίκ Λορντόν παρομοιάζει τους κέρβερους του Μάαστριχτ, που επιμένουν στην αυστηρή τήρηση των δημοσιονομικών ορίων σε εποχή κρίσης, με τους Χιλιαστές που αρνούνται να κάνουν μετάγγιση αίματος για να μην παραβιάσουν το δόγμα τους και με τους τροχονόμους που σταματάνε το ασθενοφόρο για… υπέρβαση του ορίου ταχύτητας!
Το παραβίαζαν
Από την πλευρά του, ο κοινωνιολόγος Σαμίρ Ναΐμ σημείωνε πρόσφατα στην ισπανική El Pais ότι η Κομισιόν «συμπεριφέρεται ωσάν να μην υπήρχε κρίση και επιμένει να εξαναγκάσει αυτές τις χώρες (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία) να υποταχθούν σε ένα Σύμφωνο Σταθερότητας, το οποίο παραβίαζαν Γερμανία και Γαλλία όποτε αυτό τις βόλευε». Και ο αρθρογράφος προσθέτει: «Είναι μια σουρεαλιστική πολιτική! Ακόμη και ο διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος-Καν, δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει ότι είναι πολύ νωρίς να αποσύρουμε τα κίνητρα, υπό μορφή κρατικών δαπανών, για την αναζωογόνηση της οικονομίας, αλλά οι Βρυξέλλες, πιστές στο φιλελεύθερο δόγμα, κωφεύουν. Πρώτα σώνουμε τις τράπεζες, και ύστερα απαιτούμε από τα κράτη να περάσουν το κόστος της ευθυγράμμισης με το Σύμφωνο Σταθερότητας στους ώμους των λαών. Κι όλα αυτά στον βωμό του ισχυρού ευρώ, σύγχρονης εκδοχής του γερμανικού μάρκου, το οποίο ωφελεί συστηματικά τις ισχυρότερες χώρες». Οτι τα υπαρκτά, αλλά όχι τραγικά δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας και άλλων χωρών ήταν μόνο η αφορμή, αποτελεί πλέον κοινό τόπο. Το δημόσιο έλλειμμα της Αμερικής είναι της ίδιας τάξης μεγέθους με αυτό της Ελλάδας και το ίδιο θα συμβεί εντός της προσεχούς διετίας με το χρέος, το οποίο, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ίδιου του Λευκού Οίκου, θα ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ. Πρόσφατα το ΔΝΤ δημοσίευσε τη μαύρη λίστα των χωρών με τα πιο απειλητικά δημόσια οικονομικά. Την πρώτη θέση μοιράζονται… Βρετανία και Ιαπωνία, οι οποίες, πάντα κατά το ΔΝΤ, θα χρειαστεί να εξοικονομήσουν το 13% του ΑΕΠ εντός της προσεχούς δεκαετίας για να σταθεροποιήσουν τις οικονομίες τους. Ακολουθούν, γύρω στο 9%, η Ιρλανδία, η Ισπανία, ναι η Ελλάδα και, ω του θαύματος, οι… Ηνωμένες Πολιτείες! Φυσικά, ουδείς διανοήθηκε να παραπέμψει στην «τεχνογνωσία του ΔΝΤ» την Ιαπωνία, τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ. Αν λοιπόν η εικόνα μιας Ελλάδας-μαύρου πρόβατου, που χρεοκοπεί γιατί επί σειράν ετών ζούσε σπάταλα, είναι τουλάχιστον υπερβολική, τότε πώς έγινε και βρεθήκαμε στο κέντρο της θύελλας; Η απάντηση είναι ότι η μικρή και έκθετη σε πολλαπλούς, οικονομικούς και εθνικούς εκβιασμούς Ελλάδα, αναδείχθηκε σε ιδανικό θύμα ενός κερδοσκοπικού οργίου και μιας πολιτικής αναμέτρησης Τιτάνων, που την υπερβαίνουν κατά πολύ.
Εν αρχή ην η κερδοσκοπία. Πέρυσι τέτοιο καιρό, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και των χωρών-μελών της Ενωσης διοχέτευσαν κολοσσιαία ποσά, ισοδύναμα με το απίστευτο 25% του ΑΕΠ, για να διασώσουν τις τράπεζες. Τώρα, οι ίδιες τράπεζες δαγκώνουν το χέρι που τις ταΐζει, καθώς κερδοσκοπούν πάνω στην πιθανότητα χρεοκοπίας των κρατών, τα οποία καταχρεώθηκαν για χάρη τους! Βασικός μηχανισμός ληστείας είναι τα παράγωγα πάνω στα κρατικά ομόλογα, τα διαβόητα CDS (credit default swaps), τα οποία ήταν ο αρχικός πυροδότης της κρίσης στη Γουόλ Στριτ, το 2007 και για την αχαλίνωτη κερδοσκοπία των οποίων διέταξε πρόσφατα έρευνες η ισπανική ΚΥΠ.
Λεπτομέρεια: το 75% των CDS στην περίπτωση του ελληνικού χρέους βρίσκεται στα χέρια δύο γιγάντων της Γουόλ Στριτ, GoldmaSachs και JP Morgan, και της... γερμανικής Deutsche Bank, οι πολιτικοί προϊστάμενοι της οποίας διαγωνίζονται στο ευγενές σπορ ποιος θα καθυβρίσει περισσότερο τους «ανεύθυνους» Ελληνες, τους οποίους λεηλατούν! Είναι προφανές ότι οι σύγχρονοι Σάυλοκ έχουν κάθε λόγο να συντηρούν την εικόνα της «ελληνικής τραγωδίας», η οποία ανεβάζει τα spreads και μαζί με αυτά τις αποδόσεις των κεφαλαίων τους.
Πολιτικό παιχνίδι
Πάνω σ' αυτό το οικονομικό υπόστρωμα εξελίσσεται το μεγάλο, πολιτικό παιχνίδι. Αρχικά, οι Γερμανοί αντιμετώπισαν την ασθενή Ελλάδα ως πυγμαχικό σάκο για να προειδοποιήσουν άλλες, πολύ ισχυρότερες χώρες -Ισπανία, Ιταλία, Βέλγιο, Αυστρία, ακόμη και την ίδια τη Γαλλία- ότι δεν θα ανεχθούν χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας, όπως ζητούν όχι μόνο αριστερές δυνάμεις και συνδικάτα, αλλά και αστικές ελίτ αυτών των χωρών. Παράλληλα, η διολίσθηση του ευρώ έναντι του δολαρίου (και του συνδεδεμένου με το δολάριο κινεζικού γουάν) λόγω των καταστροφολογικών σεναρίων που τροφοδοτεί η «κρίση των PIGS», βοηθάει τις γερμανικές εξαγωγές να ανακτήσουν μέρος του χαμένου εδάφους. Πρόκειται ουσιαστικά για άλλο ένα επεισόδιο του ακήρυκτου εμπορικού πολέμου χαμηλής έντασης στο τρίγωνο ΗΠΑ - Ε.Ε. - Κίνα, που έχει προκαλέσει η παγκόσμια κρίση. Η απάντηση Ουάσιγκτον και Λονδίνου στην Ευρωζώνη ήρθε με τα σενάρια για παραπομπή της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κάτι που θα ισοδυναμούσε με πολιτικό εξευτελισμό της Ε.Ε. και μοιραίο πλήγμα στην αξιοπιστία του ίδιου του ευρώ.
...................................


Το γερμανικό πρόβλημα

Δεν είναι δυνατόν οι συνετοί, παραγωγικοί Γερμανοί να πληρώνουν διαρκώς για τις μαύρες τρύπες που δημιουργούν οι ανεύθυνοι, υπερκαταναλωτικοί Μεσόγειοι: αυτό είναι το λάιτ-μοτίφ της γερμανικής θεώρησης των πραγμάτων, την οποία αναπαράγουν με ανεξήγητη ευκολία ουκ ολίγοι αναλυτές του Νότου. Πιο κοντά στην πραγματικότητα, η αρθρογράφος της El Pais Αλίθια Γονδάλεθ υπογράμμιζε, την περασμένη Κυριακή, την «επικίνδυνη, δομική αστάθεια της Ενωσης, όπου το μέγα πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας έχει αντανάκλαση στα μεγάλα ελλείμματα, τα οποία καλούνται να υποστηρίξουν άλλες χώρες-μέλη».
Αν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ήταν ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό εγχείρημα με βασικούς αρχιτέκτονες Γάλλους (Μονέ, Σουμάν κ.ά.), η ΟΝΕ υπήρξε δημιούργημα της Μπούντεσμπανκ και το ευρώ μετενσάρκωση του γερμανικού μάρκου. Με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και το Σύμφωνο Σταθερότητας, η Γερμανία θωρακίζει την υπεροπλία της ως προς την παραγωγικότητα της εργασίας, αφαιρώντας από τους ασθενέστερους εταίρους της τα παραδοσιακά όπλα για την προάσπιση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων τους: την έκδοση και την υποτίμηση του νομίσματος, αλλά και τον καθορισμό χαμηλών επιτοκίων (φτηνό χρήμα) ώστε να δώσουν ώθηση στην εσωτερική ανάπτυξη.
Αποτέλεσμα είναι, για κάθε ευρώ που δίνουν οι Γερμανοί για τον ούτως ή άλλως αναιμικό κοινοτικό προϋπολογισμό, να εισπράττουν περισσότερα, καθώς το βαρύ πυροβολικό της γερμανικής βιομηχανίας σαρώνει χωρίς αντίσταση τις μη ανταγωνιστικές αγορές των μικρότερων χωρών - χώρια που μεγάλο μέρος των κοινοτικών κονδυλίων επιστρέφει στο Βερολίνο μέσω των έργων που ανατίθενται στις όποιες Hochtief, Siemens κ.ά.
Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια οι γερμανικές κυβερνήσεις ακολουθούν συστηματικά πολιτική κοινωνικού ντάμπινγκ σε βάρος των εταίρων τους. Εκμεταλλευόμενες την τσακισμένη εργατική δύναμη της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (ο πληθυσμός της οποίας έπεσε από τα 16 στα 12,5 εκατομμύρια μέσα σε 18 χρόνια), οι κυβερνήσεις Σρέντερ και Μέρκελ έριχναν συνεχώς, επί επτά χρόνια στη σειρά, τα εργατικά εισοδήματα, τα οποία την ίδια περίοδο σημείωναν αύξηση γύρω στο 15% στη Γαλλία και την Ισπανία. Αυτός ο αθέμιτος ανταγωνισμός βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, πίσω από τα γερμανικά πλεονάσματα και τα μεσογειακά ελλείμματα.
Η μυωπική πολιτική του Βερολίνου στοίχισε στην Ευρωζώνη μια περίοδο αναιμικής ανάπτυξης, σαφώς ασθενέστερης από εκείνη των ανταγωνιστών της, την οποία διαδέχθηκε η παρούσα κρίση. Την περασμένη εβδομάδα, μάλιστα, ανακοινώθηκε ότι η ανάπτυξη στη Γερμανία και στην Ευρωζώνη σχεδόν μηδενίστηκε, κάτι που ενίσχυσε τους φόβους για ενδεχόμενο δεύτερο κύμα ύφεσης, αν οι ιθύνοντες δεν ανακρούσουν πρύμναν από την αντιαναπτυξιακή πολιτική της δρακόντειας δημοσιονομικής πειθαρχίας.


..........................................



Στην όχθη του πολιτικού Ρουβίκωνα
Μπορεί η σοβούσα κρίση να μη φέρει το τέλος της Ευρωζώνης, είναι όμως πολύ πιθανό να φέρει το τέλος της Ε.Ε. στη μορφή που γνωρίζουμε. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι το ιστορικά ανέκδοτο εγχείρημα ενός κοινού νομίσματος χωρίς κοινό προϋπολογισμό, χωρίς κοινή φορολογική και κοινωνική πολιτική, αλλά και χωρίς πολιτική διακυβέρνηση της Κεντρικής Τράπεζας, έχει ημερομηνία λήξης.
Από την άλλη, κερδίζει έδαφος η ιδέα για μια φυγή προς τα εμπρός, προς ένα άλμα στην οικονομική και πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης, όπως αυτό που πραγματοποίησε η Αμερική μετά το κραχ του 1907 στη Γουόλ Στριτ. Μέχρι τότε, ο νεαρός βιομηχανικός γίγαντας στηριζόταν σε πήλινα πολιτικά πόδια, καθώς οι επί μέρους Πολιτείες είχαν τεράστιο βαθμό αυτονομίας και το ομοσπονδιακό κράτος δεν διέθετε ούτε Κεντρική Τράπεζα, ούτε σοβαρό προϋπολογισμό.
Το πρώτο, αποφασιστικό βήμα θα μπορούσε να έρθει με τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου (ΕΝΣ), δανειστή τελευταίας ευκαιρίας για τις ευάλωτες χώρες-μέλη, οι οποίες θα προστατεύονταν από την αχαλίνωτη κερδοσκοπία μέσω ευρωπαϊκών ομολόγων με λογικό επιτόκιο. Τη δημιουργία ενός ΕΝΣ πρότεινε από τις στήλες της γαλλικής Le Monde ο πρώην αξιωματούχος του ΔΝΤ Στεφάν Κοσέ. Υπενθύμισε δε ότι και οι Ασιάτες, μετά την κρίση που τους συγκλόνισε, το 1997, δημιούργησαν ένα εμβρυακό Ασιατικό Νομισματικό Ταμείο, το οποίο ενισχύθηκε προσφάτως με συμφωνία των δύο περιφερειακών γιγάντων, Κίνας και Ιαπωνίας.
Κάτι τέτοιο, όμως, θα σήμαινε ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι έτοιμοι να διαβούν έναν πραγματικό πολιτικό Ρουβίκωνα. Η δημιουργία του ΕΝΣ θα δημιουργούσε ισχυρή δυναμική για τα επόμενα, λογικά βήματα: Σημαντικό κοινοτικό προϋπολογισμό -πολλαπλάσιο του γελοίου 1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, που είναι σήμερα- ο οποίος θα μπορούσε να στηρίξει μια αναδιανεμητική πολιτική για την πραγματική, οικονομική σύγκλιση, στο εσωτερικό της Ευρωζώνης· κοινή φορολογική πολιτική και κατώτατο ευρωπαϊκό μισθό, στον αντίποδα της σημερινής λογικής του κοινωνικού ντάμπινγκ· ριζοσπαστικά μέτρα ελέγχου των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και ιδίως των παραγώγων· και πολιτική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης, όπως προτείνουν ήδη Σαρκοζί και Θαπατέρο.
Προφανώς, η κίνηση του γαλλογερμανικού ζεύγους προς μια τέτοια, φεντεραλιστική κατεύθυνση θα θορυβήσει τα μέγιστα τις ΗΠΑ και θα φέρει τη Βρετανία ενώπιον του υπαρξιακού διλήμματος να επιλέξει μεταξύ του υπερατλαντικού συμμάχου και των ηπειρωτικών εταίρων της.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο που Ουάσιγκτον και Λονδίνο προσπαθούν, μέσω δημοσιευμάτων που εκθειάζουν το ρόλο του ΔΝΤ, να πνίξουν το μωρό στην κούνια του.
Σε κάθε περίπτωση, ο δρόμος προς το ΕΝΣ φαίνεται για την ώρα μακρύς και αβέβαιος. Μόνο ακραία κοινωνικά φαινόμενα ή/και η απειλή άμεσης διάλυσης της Ευρωζώνης θα μπορούσαν να μετακινήσουν τη Γερμανία από τη λογική του Συμφώνου Σταθερότητας, την οποία η ίδια επέβαλε.
Ιnfo - Σταύρος Τομπάζος, Κώστας Βεργόπουλος et al, «Ευρώπη; Ποια Ευρώπη; Κρίση και εναλλακτικές πολιτικές», Πολύτροπον, 2008.
- Ξενοφών Γιαταγάνας & Δημήτρης Καλουδιώτης, «Ηπια Ηγεμονία: Η Ευρώπη μετά την κρίση», Κριτική, 2009.
- Perry Anderson, «The New Old World», Verso, 2009.
- Frederic Lordon, «La crise de trop», Fayard, 2009.

19 Φεβ 2010

Δύο (απ)όψεις

Δύο διαφορετικές απόψεις. Δύο διαφορετικές, αλλά πιθανώς εξίσου αληθινές πτυχές της κρίσης που ζούμε.


Οι Γερμανοί δεν ξανάρχονται

Tου Αθανασιου Ελλις
Εθισμένοι στις επιδοτήσεις που έχουμε λάβει τις τελευταίες δεκαετίες από ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες, και κυρίως τη Γερμανία, αδυνατούμε να κατανοήσουμε τον σκεπτικισμό των Βρυξελλών, και πολύ περισσότερο τον αρνητισμό του Βερολίνου, έναντι της παροχής οικονομικής στήριξης προς την Ελλάδα. Κάποιοι, μάλιστα, σπεύδουν να τον αποδώσουν σε «ανθελληνισμό» ή ακόμη και «ρατσισμό».
Ομως, οι χώρες που αρνούνται να στηρίξουν για πολλοστή φορά την Ελλάδα συμπεριφέρονται όπως θα έκανε ο οποιοσδήποτε αν ξαφνικά συνειδητοποιούσε ότι αυτός τον οποίο βοηθούσε επί τριάντα χρόνια, επειδή ο τελευταίος επεκαλείτο οικονομική δυσχέρεια, αποδεικνύεται ότι τον κορόιδευε συστηματικά. Προς το παρόν, λοιπόν, οι Γερμανοί δεν ξανάρχονται. Σε μια δύσκολη παγκόσμια οικονομική συγκυρία, η οποία πλήττει και τον Γερμανό εργαζόμενο, η Αγκελα Μέρκελ δεν μπορεί να αγνοήσει τη δική της κοινή γνώμη η οποία αρνείται να βοηθήσει και πάλι τους Ελληνες που αποδεδειγμένα, και ενίοτε προκλητικά, ζούσαν υπεράνω των δυνατοτήτων τους, εξαργυρώνοντας τις επιταγές που υπέγραφαν οι Γερμανοί φορολογούμενοι.
Τα καλοκαίρια, οι Γερμανοί τουρίστες και λάτρεις της αρχαίας Ελλάδας, οι οποίοι έρχονται να απολαύσουν τον καιρό, τις θάλασσες και την ιστορία μας, βιώνουν τον υπερκαταναλωτισμό των Ελλήνων. Πολυτελείς κατοικίες, ακριβά αυτοκίνητα, κέντρα διασκέδασης γεμάτα, ενδύσεις που ακολουθούν την τελευταία λέξη της μόδας, συνθέτουν μια πραγματικότητα που θα ζήλευαν αρκετοί, ακόμη και στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία και πλουσιότερη χώρα της Ευρώπης. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι όλοι οι Ελληνες ζουν πλουσιοπάροχα, αλλά η εικόνα που εκπέμπεται είναι βέβαιο ότι δεν συνάδει με το χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο του μέσου Ελληνα, και εν μέρει εξηγεί τον αρνητισμό των Γερμανών. Η πλειοψηφία μάλιστα των τελευταίων επιθυμεί την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, καθώς εξακολουθούν να την θεωρούν αναξιόπιστη.
Ακόμη και οι δυο ηγέτες με την καλύτερη έξωθεν μαρτυρία στα μάτια της Ευρώπης, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Κώστας Σημίτης, οι οποίοι έβαλαν την Ελλάδα, ο πρώτος στην ΕΟΚ το 1980 και ο δεύτερος στην ΟΝΕ είκοσι χρόνια αργότερα, το έκαναν χωρίς και στις δυο περιπτώσεις η χώρα μας να πληροί τις προϋποθέσεις. Ο τελευταίος μάλιστα βρέθηκε τις τελευταίες ημέρες στο στόχαστρο για τις λογιστικές αλχημείες της ένταξης στο ευρώ. Δεν πρέπει, λοιπόν, να εκπλήσσει το γεγονός ότι, αισθανόμενοι πως έχουν πέσει θύματα κοροϊδίας, οι Γερμανοί, αλλά και πολλοί άλλοι Ευρωπαίοι, δηλώνουν ευθαρσώς ότι για να παράσχουν την οποιαδήποτε επιπλέον βοήθεια στην Ελλάδα, η τελευταία οφείλει να ανταποκριθεί έμπρακτα στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει και να περιορίσει τις σπατάλες και τα παντός είδους κεκτημένα, μειώνοντας στην πορεία και το τεράστιο έλλειμμα που παρουσιάζει.
Δεν αρκούν πλέον οι υποσχέσεις, ούτε οι συχνά εξαιρετικές επιδόσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Γιώργου Παπακωνσταντίνου στους τομείς της δημόσιας προβολής και της επικοινωνιακής διαχείρισης της κατάστασης. Το προϊόν παραμένει προβληματικό, και οι αγορές αλλά και οι εταίροι μας καχύποπτοι. Ολοι απαιτούν την επιλογή και, κυρίως, την εφαρμογή μιας επώδυνης θεραπείας που θα φέρει αποτελέσματα, υποστηρίζοντας ότι «δεν βοηθάς έναν αλκοολικό με το να του προσφέρεις άλλο ένα ποτό». Δυστυχώς, η αρνητική εικόνα που έχουν πολλοί Ευρωπαίοι για τη χώρα μας δεν θα βελτιωθεί το επόμενο διάστημα όταν στο πλαίσιο της εξεταστικής επιτροπής για την οικονομία θα παρακολουθούν τις λυσσαλέες συγκρούσεις των δυο κομμάτων εξουσίας τα οποία θα προσπαθούν να επιρρίψουν το ένα στο άλλο τις ευθύνες για την υπερχρέωση της χώρας και την απώλεια αξιοπιστίας, φαινόμενα που ο κάθε νοήμων Ελληνας πολίτης γνωρίζει ότι άρχισαν τη δεκαετία του ’80 και συντελέσθηκαν διαχρονικά και διακομματικά.
Ανάγκη και καταπίεση
Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη
Αν καταλαβαίνω καλά, η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Ευρωζώνη (δηλαδή η Γερμανία και μερικά ακόμη βιομηχανικά κράτη), η Κομισιόν, η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, όλη αυτή η δύναμη που τόσα χρόνια ονομάζουμε Ευρώπη και κατ’ επέκταση Δύση, συμμάχησε με τις κερδοσκοπικές «Αγορές» για να θέσουν ορόσημα στην ελευθερία μας και στην εθνική κυριαρχία. Επιμένουν φορτικά ότι η ελευθερία μας και η εθνική κυριαρχία οφείλει για απεριόριστο χρονικό διάστημα να κινηθεί στο ασφυκτικό περιθώριο ανάμεσα σε δύο ορόσημα: το ένα δείχνει την πτώχευση και τον γκρεμό, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Γιώργος Παπανδρέου και το άλλο δείχνει την πλήρη, τη χωρίς δεύτερη συζήτηση, τη δουλική αποδοχή των κελευσμάτων τους. Για μια κυβέρνηση που εκλέγεται ελεύθερα από τον λαό μιας χώρας δεν είναι μόνο θέμα κύρους και γοήτρου. Είναι και θέμα καθημερινής πρακτικής όταν είναι υποχρεωμένη να μεριμνά για την καθημερινή λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας, έστω σε χαμηλά επίπεδα απόδοσης ώστε να αποφεύγεται η κοινωνική έκρηξη. Ομολογουμένως δεν είναι αυτή η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», την οποία είχαμε σκεφθεί και φαντασθεί και στην οποία είχαμε τόσο ελπίσει, διεκδικώντας μια θέση έστω ευρωπαϊκής επαρχίας. Αυτό που μας προτείνουν τώρα δεν είναι καν ευρωπαϊκή επαρχία. Είναι μοντέλο αποικίας το οποίο ανέσυραν από το σχετικά πρόσφατο παρελθόν τους.
Για να είμαστε εξηγημένοι. Δεν είναι τόσο τα μέτρα που προτείνουν. Αυτά τα μέτρα, σχεδόν στο σύνολό τους, εδώ και πολλά χρόνια και με διαφορετικές κυβερνήσεις τα απαιτούσε η κοινή λογική. Οχι μόνο αυτά, αλλά και πολλά ακόμη που θα μας έκαναν ικανούς να συμμετέχουμε με ίσους όρους σε οργανωμένη ομάδα κρατών, όπως είναι η Ευρωζώνη με μέλη υψηλής και χαμηλής ανάπτυξης. Για πολλούς λόγους, περισσότερο υποκειμενικούς, σφάλματα, παραλείψεις, αλλά και αθλιότητες των κυβερνήσεων, μας εμπόδισαν να ακολουθήσουμε την κοινή λογική και να προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις ανανέωσης και εκσυγχρονισμού, στη λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας.
Δεν είναι τόσο τα μέτρα που μας ενοχλούν. Μόνοι μας θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα, για παράδειγμα την αναδιοργάνωση της αγοράς εργασίας, τη μεταρρύθμιση των συστημάτων Εκπαίδευσης και Υγείας που είναι πολυδάπανα και ταυτόχρονα χαμηλής απόδοσης. Είναι κυρίως ο τρόπος με τον οποίο μονομερώς ορίζουν τα μέτρα, καταπιεστικά επιμένουν στην άμεση εφαρμογή τους, συνεπικουρούμενοι από ενορχηστρωμένα σχόλια και εφιαλτικά σενάρια του διεθνούς Τύπου.
Αλλά και πάλι δεν είναι λόγοι γοήτρου και κύρους που μας κάνουν να εξοργιζόμαστε. Είναι πάλι πρακτικοί λόγοι στην εφαρμογή των μέτρων που θα οδηγούσαν στην απόγνωση μια κυβέρνηση και ένα λαό. Τόσο μεγάλες αλλαγές σε μια χώρα απαιτούν χρόνο και ιεράρχηση, γιατί θίγουν ισχυρές πραγματικότητες, εδραιωμένα δικαιώματα, κακοφορμίζουν χρόνιες πληγές. Είναι σαν να μας ζητούν, καταπιεστικά, να διορθώσουμε μέσα σε τρεις μήνες ή σε ένα χρόνο όλες τις στρεβλώσεις... από συστάσεως του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Αυτό είναι μάλλον ανέφικτο και είναι ακριβώς αυτή η καπιταλιστική επιμονή που μας ενοχλεί και μας κάνει καχύποπτους.
Καθημερινή, 18.02

13 Φεβ 2010

Χτες βράδυ αργά, γύρω στη μία παρά, γωνία Αγησιλάου και Κολωνού, λίγο κάτω απ' την Ομόνοια. Καμμιά δεκαριά Κινέζοι χτυπούσαν αλύπητα ένα παληκάρι. Φωνάξαμε, είπαμε ότι έρχεται η αστυνομία, τον άφησαν.

Έχανε αίμα. Είπα δυο-τρεις φορές να προσπαθήσουμε να σταματήσουμε την αιμορραγία, αλλά κανείς μας δεν τόλμησε να τον αγγίξει - ούτε οι αστυνομικοί που ήρθαν λίγο μετά.

Το ασθενοφόρο ήρθε μετά από σαράντα λεπτά, παρά τις διαδοχικές κλήσεις που έγιναν.

Ήταν ήδη νεκρός. Έσβησε ήσυχα, δεν καταλάβαμε τη στιγμή του θανάτου.

Απ' ό,τι είδα σήμερα στη σχετική ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στο naftemporiki.gr, είχε φάει δυο μαχαιριές - μια στα πλευρά και μια στο πόδι. Παρηγοριέμαι στη σκέψη ότι ίσως να μην καταφέρναμε τίποτε, ακόμη κι αν είχαμε προσπαθήσει. Αλλά όπως και νά 'χει, είναι βαρύ: Ο δόλιος έσβησε μπροστά μας, δίπλα μας. Το πιο πολύ που κάναμε ήταν να του αγγίξουμε λίγο το μέτωπο, να πούμε δυο λόγια του τύπου "Κρατήσου, έρχεται βοήθεια". Είμασταν απλά παρόντες, ενώ εκείνος ξεψυχούσε στο πεζοδρόμιο.

6 Φεβ 2010

Το αίμα των κοινωνιών

Του Nικου Γ. Ξυδακη

Η δημοσιονομική κρίση της Ελλάδας οφείλεται κυρίως σε δικές της δομικές αδυναμίες και σε εγκλήματα της πολιτικής τάξης κατ’ εξακολούθηση. Ωστόσο, η παρούσα δυσχέρεια κατά τον δανεισμό της δεν οφείλεται μόνο στις δικές της αμαρτίες. Μετά την αμαρτωλή Ελλάδα, οι αγορές πιέζουν αναλόγως και τις άλλες χώρες του μεσογειακού Νότου, όπως ακριβώς είχαν προβλέψει ανεξάρτητοι οικονομολόγοι, ενδέχεται δε να ακολουθήσουν και άλλες χώρες της Ε.Ε. Απώτερος στόχος είναι η Eυρωζώνη και το κοινό νόμισμα.

Οι αγορές ζητούν αίμα· το αίμα των κυβερνήσεων και των κοινωνιών. Μα ακριβώς αυτές οι ίδιες κυβερνήσεις και οι κοινωνίες, προ έτους έσπευδαν να στηρίξουν με το αίμα τους τις καταρρέουσες αγορές, όταν έσκαγαν οι φούσκες των γκόλντεν μπόις. Στο μπρα ντε φερ που ακολούθησε, με θέμα τον έλεγχο κινήσεως κεφαλαίων και τις ρυθμίσεις για αποτροπή και άλλης φούσκας, τα μεν ευρωπαϊκά κράτη ολιγώρησαν και κρύφτηκαν πίσω από Σύμφωνα εικοσαετούς ηλικίας, οι δε κερδοσκόποι ανασυντάχθηκαν ακαριαία επιζητώντας επαναφορά στην προτέρα κατάσταση χωρίς κανένα περιορισμό. Την κατίσχυση των κερδοσκόπων διαπιστώνουμε σήμερα, με θύμα όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά πρωτίστως το ευρώ και την ίδια την ευρωπαϊκή συνοχή.

Η εφημερίδα Le Monde έγραψε στο κύριο άρθρο της υπό τον τίτλο «Ολοι Ελληνες;» τα εξής προφητικά: «Η έξοδος από την κρίση προαναγγέλλεται δύσκολη πολιτικά και κοινωνικά – το υποδηλώνει η αναβίωση του λαϊκισμού. Ο τρόπος όμως που οι Ελληνες θα αποδεχθούν την επερχόμενη λιτότητα θα παρακολουθείται στενά από πολλές πρωτεύουσες, η πολιτική των οποίων ακολουθεί διακριτικά ανάλογο δρόμο».

Οι σοβαροί αναλυτές έχουν επισημάνει προ πολλού τον βαθύτατα πολιτικό χαρακτήρα της οικονομικής κρίσης· τώρα, επισημαίνουν επιπλέον τον κίνδυνο κοινωνικών εκρήξεων, με απρόβλεπτες συνέπειες, εφόσον η κρίση μετακυλισθεί μονομερώς στις κοινωνίες, ενώ οι αγορές θα παραμένουν αλώβητες και ανεξέλεγκτες, ικανές να επιβάλλουν τις ορέξεις τους, να επιτίθενται σε κράτη, να υπαγορεύουν πολιτική. Η κρίση θέτει πλέον ζητήματα κυριαρχίας και ισχύος.


Δεν έχω κάτι να προσθέσω στις, ώς συνήθως, καίριες επισημάνσεις του Νίκου Ξυδάκη. Μόνο την ευχή η κρίση να αποτελέσει ευκαιρία, εντός και εκτός συνόρων, ευκαιρία ποικίλων και τραγικά απαραίτητων επαναπροσδιορισμών- αν και για τα καθ' ημάς δεν ξέρω τι θα μπορούσε να δικαιολογήσει έστω και λίγη αισιοδοξία.

Αυτό που κυρίως με τρομάζει είναι το πόσο απροετοίμαστοι είμαστε, πόσοι αμάθητοι στις δυσκολίες και τις στερήσεις - πράγμα που μπορεί να αποδειχτεί πολύ πιο δύσκολο από την κρίση αυτή καθ' εαυτή. Αμάθητοι, κακομαθημένοι, λαπάδες με μόνο όραμα τα φράγκα, την κατανάλωση που δε γνωρίζει όρια (αλήθεια, έχει παρατηρήσει άλλος κανείς πόσο ανησυχητικά και μάλλον αδικαιολόγητα έχουν αυξηθεί οι Porsche -Cayenne και άλλα μοντέλα- στην Αθήνα;)

23 Ιαν 2010

Η παλαιά Ελλάδα χρεοκόπησε

Του Nικου Γ. Ξυδακη

Τα μηνύματα από το διεθνές περιβάλλον δεν είναι πια δυσοίωνα, είναι αγγελτήρια καταστροφής. Ο καθείς για τους σκοπούς του, φανερούς ή υπόδηλους, Ευρωπαίοι εταίροι, γραφειοκρατία των Βρυξελλών, τράπεζες, hedge funds, οίκοι αξιολόγησης, διεθνής Τύπος, επιτίθενται στην Ελλάδα, ανακοινώνουν ότι ήδη επτώχευσε. Κάποιοι προσδοκούν να κερδίσουν από τη δική μας χρεοκοπία· άλλοι τη φοβούνται διότι θα τους επηρεάσει ή θα τους συμπαρασύρει.

Ολα κατασκευάζουν περιβάλλον ήττας. Το θέμα όμως πλέον δεν είναι να περιμένουμε τι θα αποφασίσουν οι αγορές για μας, αλλά τι εμείς αποφασίζουμε ότι μπορούμε να κάνουμε. Το θέμα δεν είναι να κλαιγόμαστε, να οικτίρουμε εαυτούς, να ελεεινολογούμε κυβερνήσεις και να αναλύουμε τις συνωμοσίες των διεθνών κερδοσκόπων. Με οικονομολογία και πολιτικολογία καφενείου δεν πρόκειται ποτέ να βγούμε από το τούνελ· το πιθανότερο είναι ότι θα ταφούμε αδρανείς.

Το θέμα τώρα είναι ο χρόνος· πώς εκμεταλλευόμαστε δημιουργικά τον χρόνο, ως κοινωνία. Πώς συνερχόμαστε άμεσα από το σοκ, πώς αποτινάζουμε την παγωνιά του φόβου, και επιστρατεύουμε ψυχρή και ταχεία διάνοια για να βρούμε τον μίτο που θα μας βγάλει από τον λαβύρινθο. Αλλους.

Η παρούσα κρίση, η σφοδρότερη ίσως από τη μεταπολίτευση, δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και πολιτική και ηθική. Τελειώνει ένα μοντέλο οργάνωσης του δημόσιου βίου, ένας τρόπος διαβίωσης. Κατά τούτο, η κρίση είναι ιστορική ευκαιρία. Και πρόκληση: Να αναδείξουμε επιτέλους τις διαφημιζόμενες αρετές μας - ταχύτητα στις αποφάσεις, ανάληψη ρίσκων, εφευρετικότητα, ικανότητα αλλαγών, μαχητικότητα, αντιστασιακό πνεύμα. Ακριβώς με αυτό το εφευρετικό και αντιστασιακό πνεύμα του επιβιωτή, του ιστορικού ανθρώπου, αυτό που επισημαίνουν στοχαστές όπως ο Νίκος Σβορώνος, αυτό για το οποίο καυχιόμαστε, με αυτό το πνεύμα καλούμαστε σήμερα να αντιμετωπίσουμε τις αγορές, μα κυρίως τους εαυτούς μας, τα πανθομολογούμενα ελαττώματα που έφεραν την κοινωνία μας στο χείλος της κατάρρευσης. Αν μπορούμε. Το στοίχημα σήμερα, επί του χείλους, είναι να επινοήσουμε τους εαυτούς μας και την κοινωνία μας αλλιώς. Η παλαιά Ελλάδα χρεοκόπησε.

8 Ιαν 2010

Give me back my childhood

Ταλέντο έχουν, αναμφισβήτητα.

Δεν ξέρω αν έχουν παιδική ηλικία, στοργή και τρυφερότητα, ή αν απλά και μόνο καλούνται να σηκώσουν τις τιτάνιες προσδοκίες των γεννητόρων τους- γονιών δε θα πω.

Βρίσκω κάτι βαθιά βάρβαρο σ' όλα ετούτα τα χειροκροτήματα και τα δακρυσμένα μάτια των ενηλίκων που απολαμβάνουν - ηδονικότατα- την παράσταση των δύο παιδιών.






Καλή μας χρονιά.

27 Δεκ 2009





Χρόνια Πολλά και Φωτεινά σε όλους...

19 Δεκ 2009

Φως και Σκιά


Φωτογραφίες τραβηγμένες την προηγούμενη εβδομάδα στο ανάκτορο Charlottenburg του Βερολίνου.
Περισσότερες στα Φωτογραφικά τετράδια
.

27 Νοε 2009

Conrad Schumann, 1942-1988

Στις 15 Αυγούστου του 1961, το Τείχος του Βερολίνου μετρούσε ζωή μόνο δυο ημερών και ήταν τείχος μόνο κατ' όνομα: σε πολλά σημεία δεν ήταν παρά ένας χαμηλός φράχτης από αγκαθωτό συρματόπλεγμα.

Όπως στη γωνία των οδών Ruppiner Straße και Bernauer Straße, όπου βρέθηκε να φυλά σκοπιά ο 19χρονος Conrad Schumann από τη Σαξωνία.
Το παλληκαράκι, σα χαμένο, ολότελα απροετοίμαστο, βρέθηκε αντιμέτωπο με προπηλακισμούς από Δυτικοβερολινέζους και Ανατολικοβερολινέζους διαδηλωτές εξίσου, καθώς και με το ηθικό δίλημμα του τι θα πράξει αν οι συνθήκες απαιτήσουν να πυροβολήσει.
Κάπνιζε το ένα τσιγάρο πίσω απ' τ' άλλο κι άρχισε να το σκέφτεται - κι αυτό έγινε αμέσως αντιληπτό από τους παρευρισκόμενους θεατές της δυτικής μεριάς, οι οποίοι σταμάτησαν να τον βρίζουν κι άρχισαν να τον παροτρύνουν να αποσκιρτήσει. Μετά από λίγο, έφτασε κι ένα περιπολικό και άνοιξε μια από τις πόρτες του, ως δείγμα εγγύησης για την ασφάλειά του.

Η στιγμή που ο νεότατος Conrad Schumann πηδά πάνω απ΄ το αγκαθωτό συρματόπλεγμα αποτυπώθηκε στην γνωστότερη, ίσως, φωτογραφία του Ψυχρού Πολέμου.


'Εχτισε τη ζωή του στη Δυτική Γερμανία - παντρεύτηκε μια Δυτικογερμανή και έζησε στη Βαυαρία.

Μετά την πτώση του Τείχους, ο Schumann θέλησε να επισκεφτεί τη γενέτειρά του. Eκεί, του έμελλε να έρθει αντιμέτωπος με τη απόρριψη παλαιών φίλων και συγγενών, που τον θεωρούσαν προδότη - για την ακρίβεια, κάτι σαν τον αρχετυπικό λιποτάκτη, λόγω και της διάσημης φωτογραφίας και της συνακόλουθης χρησιμοποίησής της από τις υπηρεσίες προπαγάνδας του καθεστώτος. Το Τείχος, για όσο υπήρχε, τον προστάτευε εμποδίζοντάς τον να έρθει σε επαφή με αυτήν την πικρή πραγματικότητα.


Κρεμάστηκε το 1998, σε ηλικία 56 ετών. Η οικογένειά του απέδωσε την πράξη του σε προσωπικά προβλήματα.

Οι πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο του Frederick Taylor "The Berln Wall"

18 Νοε 2009

9η Οκτωβρίου 1989, η μέρα που άλλαξε τα πάντα
Η εμπειρία του Ανατολικογερμανού συγγραφέα Ίνγκο Σούλτσε από την πτώση του Τείχους



Tο κείμενο του Ινγκο Σούλτσε γράφτηκε με αφορμή την επέτειο της επανένωσης της Γερμανίας. Ενα κείμενο που στρέφει τη μνήμη είκοσι χρόνια πίσω, λίγες μέρες πριν το Τείχος του Βερολίνου πέσει οριστικά και αφήσει, επίσης οριστικά, πίσω του το διαιρεμένο Βερολίνο. Ο Ανατολικογερμανός συγγραφέας, όμως, δεν στέκεται στην εμβληματική ημερομηνία της 9ης Νοεμβρίου, όταν όλος ο κόσμος έβλεπε το Τείχος να γκρεμίζεται. Γυρίζει έναν μήνα πίσω και γράφει την προσωπική του εμπειρία από μιαν άλλη διαδήλωση στη Λειψία, στις 9 Οκτωβρίου. Συνδυάζοντας την ημερολογιακή με τη λογοτεχνική γραφή, ο Σούλτσε ξαναζωντανεύει το κλίμα εκείνων των ημερών, και καταθέτει την προσωπική του εμπειρία από μια ξεχωριστή στιγμή της Ιστορίας του 20ού αιώνα. Το κείμενο γράφτηκε ειδικά για την επέτειο των 20 χρόνων και μέχρι σήμερα έχει δημοσιευτεί σε εφημερίδες της Γαλλίας και της Νορβηγίας. Στην Ελλάδα δημοσιεύεται αποκλειστικά στην «Κ» σε μετάφραση Γιώτας Λαγουδάκου.

Του Ινγκο Σουλτσε

Συχνά με διορθώνουν πολύ συγκαταβατικά: «Εννοούσατε την 9η Νοεμβρίου». «Οχι, η μέρα που καθόρισε τα πάντα ήταν η 9η Οκτωβρίου». «Γιατί; Αφού το Τείχος έπεσε την 9η Νοεμβρίου!» «Ναι, επειδή είχε προηγηθεί η 9η Οκτωβρίου».

Το πρωί της 9ης Νοεμβρίου δεν υπήρχε σχεδόν κανείς που να περίμενε ότι το Τείχος θα έπεφτε εκείνη τη μέρα. Την 9η Οκτωβρίου ωστόσο ξέραμε όχι μόνο στη Λειψία ότι το βράδυ εκείνο θα έφερνε μαζί του μια απόφαση, που μετά απ’ αυτήν -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- όλα θα ήταν αλλιώς.

Η 9η Οκτωβρίου ήταν Δευτέρα, η πρώτη Δευτέρα μετά την 7η Οκτωβρίου, την 40ή επέτειο της ΛΔΓ. Βδομάδα τη βδομάδα οι διαδηλώσεις της Δευτέρας, που ξεκινούσαν μετά την «προσευχή υπέρ ειρήνης» στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη Λειψία, γίνονταν όλο και μεγαλύτερες. Μία βδομάδα νωρίτερα οι διαδηλωτές είχαν φτάσει ήδη τους τριάντα χιλιάδες.

Φοβόμουν - και συγχρόνως ένιωθα ευφορία. Λόγοι για να φοβάται κανείς υπήρχαν αρκετοί. Την προηγούμενη βδομάδα είχε γίνει κανονική σφαγή ανάμεσα σε ένστολους και διαδηλωτές γύρω από τον Κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό, απ’ όπου θα έρχονταν τα τρένα με τους πρόσφυγες από την πρεσβεία της Πράγας. Το Σαββατοκύριακο που είχε προηγηθεί ένστολοι είχαν επιτεθεί ξυλοκοπώντας διαδηλωτές και αμέτοχο κόσμο στο Βερολίνο, στη Λειψία και σε άλλες πόλεις. Με πόση κτηνωδία, με πόσο πραγματικό σαδισμό μάλιστα, είχαν ενεργήσει σε πολλές περιπτώσεις οι λεγόμενες δυνάμεις της τάξης δεν το ξέραμε εκείνη τη στιγμή ακόμα. Μέχρι τότε, έτσι πίστευα, η επικείμενη 40ή επέτειος μας είχε γλιτώσει από τα χειρότερα. Και τα χειρότερα ήταν η «κινεζική λύση», η οποία είχε εφαρμοστεί πριν από τέσσερις μήνες νωρίτερα στο Πεκίνο. Η κυβέρνηση της ΛΔΓ την είχε επικροτήσει. Κυκλοφορούσαν φήμες ότι γυμναστήρια μετεξοπλίζονταν ώστε να χρησιμοποιηθούν ως στρατιωτικά νοσοκομεία έκτακτης ανάγκης, ότι στα νοσοκομεία αύξαναν τα αποθέματα αίματος και άλλα τέτοια. Στη «Λαϊκή Εφημερίδα της Λειψίας» είχε δημοσιευτεί η πιο σαφής απειλητική επιστολή της «Μονάδας Εδικού Αποσπάσματος “Χανς Γκάιφερτ”», με την οποία ο διοικητής της δήλωνε ότι θα αναχαιτιστούν «οριστικά και δραστικά οι αντεπαναστατικές αυτές ενέργειες» - «Αν χρειαστεί και με το όπλο στο χέρι».

Παρ’ όλα αυτά δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Γιατί πότε θα κατεβαίναμε στους δρόμους, αν όχι τώρα; Θα φαινόμουν αναξιόπιστος τόσο στα μάτια τα δικά μου όσο και στα μάτια των φίλων μου, αν το ’βαζα στα πόδια. Αλλά γι’ αυτό είχαμε μείνει άλλωστε - για να αλλάξουμε κάτι.

Αντιπολίτευση

Προτού πάρουμε το αυτοκίνητο για να πάμε νωρίς το απόγευμα με τη φίλη μου στη Λειψία -δουλεύαμε και οι δύο στο θέατρο του Αλτενμπουργκ- γεμίσαμε το ψυγείο για τη δεκατριάχρονη κόρη της. Στο πολυκατάστημα της πόλης εκείνη τη μέρα κατά ένα μυστηριώδη τρόπο υπήρχε σπάνια αφθονία. Τι παρανόηση! Σάμπως αυτό να μας ενδιέφερε!

Δώσαμε στο κορίτσι ένα φάκελο με χρήματα, αλλά και αρκετά νομίσματα των είκοσι πφένιχ για το τηλέφωνο και της γράψαμε τον αριθμό μιας φίλης, σε περίπτωση που δεν θα είχαμε γυρίσει μέχρι το άλλο πρωί. Μεγαλύτερη από τον φόβο όμως ήταν η ελπίδα, η ευφορία.

Στην Πολωνία μια κυβέρνηση Solidarno καθόριζε ήδη σε τεράστιο βαθμό την τύχη της χώρας, στην Ουγγαρία είχαν ανοίξει στις 10 Σεπτεμβρίου τα σύνορα προς την Αυστρία, μια μέρα μετά ιδρύθηκε στη ΛΔΓ το «Νόιες Φόρουμ» - η πρώτη αντιπολιτευτική ομάδα. Το σύνθημα «Θέλουμε να φύγουμε!» από τα τέλη του Σεπτέμβρη είχε γίνει «Θα μείνουμε εδώ!» Από την τελευταία Δευτέρα ακουγόταν το «Είμαστε ο λαός!».

Ξεκινήσαμε για τη Λειψία νωρίς, επειδή φοβόμαστε ότι θα έκλειναν το κέντρο της πόλης. Κάπου ανάμεσα στην Μπόρνα και στο Εσπενχαϊμ μας σταμάτησε η αστυνομία. Αφού τους έδειξα ότι τα φώτα και το φλας μου λειτουργούσαν κανονικά, μας άφησαν να φύγουμε.

Οταν φτάσαμε στη Λειψία αφήσαμε το αυτοκίνητο μπροστά στο μουσείο Γκεόργκι Ντιμιτρόφ, το σημερινό Ανώτατο Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο. Απέναντι, σε κάποια πάροδο, είδαμε στρατιωτικά οχήματα και άντρες με στολές του Ειδικού Αποσπάσματος. Μοίραζαν τσάι από ένα μεγάλο καζάνι. Οι ένστολοι δεν ήταν πια και τόσο νέοι, πολλών η κοιλιά κρεμόταν πάνω από τη ζώνη. Τους προσπεράσαμε περνώντας σχεδόν από δίπλα τους, τους κοιτούσαμε - εκείνοι έστρεφαν το βλέμμα τους αλλού. Στο κέντρο της πόλης με την πρώτη ματιά τίποτα δεν φαινόταν διαφορετικό απ’ ό,τι συνήθως - άξαφνα όμως βρεθήκαμε μπροστά σε μια μεγάλη σειρά από στρατιωτικά οχήματα. Ακούγονταν σκύλοι να γαβγίζουν. Αξιωματικοί έτρεχαν από όχημα σε όχημα. Από την πλατεία ανάμεσα στην Οπερα και την Γκεβάντχαους, την πλατεία Καρλ Μαρξ, βλέπαμε στρατιωτικά οχήματα να καταφτάνουν συνεχώς από την πλευρά του μουσείου Γκράσι και να στρίβουν στο Δακτύλιο της Λειψίας. Οι οδηγοί των αυτοκινήτων κόρναραν, από το πεζοδρόμιο ακούγονταν σφυρίγματα.

Μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου επικρατούσε ήδη κατά τις 16.00, μία ώρα δηλαδή πριν από την «προσευχή υπέρ ειρήνης», μεγάλος συνωστισμός. Δεν ξέραμε ότι εκατοντάδες σύντροφοι από το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα είχαν κληθεί να βρίσκονται στην εκκλησία για να πιάσουν τις θέσεις.

Πήγαμε στη «Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία», που ήταν ακριβώς στο Δακτύλιο και γεμάτη μέχρι και την τελευταία θέση. Ενημέρωναν τον κόσμο σχετικά με τις συλλήψεις των τελευταίων ημερών. Ακούσαμε επίσης (ή μήπως αυτό συνέβη αργότερα, από τα μεγάφωνα του δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού;) την έκκληση για αποφυγή βίας, που είχε υπογραφεί από τους γραμματείς της Περιφερειακής Διοίκησης του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Κουρτ Μάγιερ, Γιόχεν Πόμερτ, Ρόλαντ Βαίτσελ, από τον τότε διευθυντή της ορχήστρας Γκεβάντχαους Κουρτ Μαζούρ, τον καμπαρετίστα Μπερντ-Λουτς Λάνγκε και τον θεολόγο Πέτερ Τσίμερμαν. Κατά ρεαλιστικό τρόπο οι έξι αυτοί άντρες θεωρούσαν δεδομένο πως θα γινόταν διαδήλωση. Κι αυτό -στο κάτω κάτω είχαν υπογράψει τρία υψηλά στελέχη του Κόμματος από τη Λειψία- ήταν μια νομιμοποίηση σχεδόν της διαδήλωσης της Δευτέρας.

Από τη Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία ξαναγυρίσαμε στην πλατεία Καρλ Μαρξ. Ολοι οι δρόμοι και οι πάροδοι στο κέντρο της πόλης ήταν γεμάτοι κόσμο. Ακούγαμε τα συνθήματα από την πλατεία μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Την προηγούμενη Δευτέρα είχα μείνει εμβρόντητος όταν άκουσα για πρώτη φορά το σύνθημα «Εξω η Στάζι!» Το γεγονός ότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν να συμβαίνει, χωρίς να ορμήσουν αμέσως στον κόσμο ορδές από τους ανθρώπους της Υπηρεσίας Μυστικής Ασφαλείας, μου φαινόταν σαν θαύμα. Μια βδομάδα αργότερα τα συνθήματα ακούγονταν ήδη οικεία.

Αν τα όσα είχαν καταγράψει οι δύο κάμερες που υπήρχαν στο κτίριο του ταχυδρομείου στην πλατεία Καρλ Μαρξ δεν έχουν σβηστεί, θα μπορούσε να δει κανείς πώς ακριβώς συγκεντρώθηκαν οι διαδηλωτές. Για μένα βρέθηκαν εκεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Δεν ήταν μονάχα το τμήμα που ξεκίνησε από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου («Ξεκινάμε! Ξεκινάμε!») και κατευθυνόταν προς την πλατεία της Οπερας. Γιατί ξαφνικά άρχισε να συρρέει κόσμος από παντού. Οποιος πριν φαινόταν πως είχε βρεθεί τυχαία στην πλατεία και για τον οποίο θα σκεφτόταν κανείς ότι πηγαίνει για ψώνια ή ότι απλώς γυρίζει από τη δουλειά του, αποδεικνυόταν ότι ανήκε στους διαδηλωτές.

Δεν μπορούσες να πεις ποιο ήταν εκείνο το βήμα με το οποίο έπαυε να είναι κανείς περαστικός και ανήκε πια στους διαδηλωτές. Με τις δύο κάμερες στραμμένες επάνω μας προχωρούσαμε προς την κατεύθυνση του Δακτυλίου Γκεόργκι, τον φαρδύ δρόμο μπροστά από το κτίριο του ταχυδρομείου, και απορούσαμε που δεν συνέβαινε τίποτα.

Λίγο πριν φτάσουμε στο δρόμο συνάντησα μια συμφοιτήτριά μου - Εσύ εδώ; Μιλώντας για διάφορους κοινούς μας γνωστούς φτάσαμε στο Δακτύλιο Γκεόργκι και σταματήσαμε στο φανάρι των πεζών που ήταν κόκκινο. Αυτοκίνητα περνούσαν από μπροστά μας. Οταν το φανάρι των πεζών άναψε πράσινο, κατεβήκαμε στο δρόμο και στρίψαμε αριστερά προς τον Κεντρικό Σταθμό. Κάθε φορά που σε κάποια συζήτηση αναφέρω τα περιστατικά αυτά, με κοιτάζουν χαμογελώντας κοροϊδευτικά, καμιά φορά μου επιτίθενται μάλιστα. Σάμπως με τέτοιες λεπτομέρειες να υποβαθμίζω τη διαδήλωση, να την συκοφαντώ μάλιστα. Μα γιατί να τρέξει και να περάσει κανείς μπροστά από ένα αυτοκίνητο που κινείται; Γιατί να μη διώξει κανείς το φόβο από την ψυχή του φλυαρώντας λιγάκι; Το καθημερινό και το ασυνήθιστο δεν ζουν σε κόσμους ξεχωριστούς.

Μετά από λίγα λεπτά τα αυτοκίνητα που σταματούσαν στο φανάρι βρίσκονταν ακινητοποιημένα μέσα στη διαδήλωση. Δεν ήταν δυνατόν να προχωρήσουν. Τα λιγοστά αυτοκίνητα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση έβαζαν όπισθεν. Ο δρόμος μάς ανήκε.

Η ένταση με βοήθησε να αρχίζω κι εγώ να φωνάζω τα συνθήματα. Εξακολουθούσε να μου είναι δύσκολο να «κραυγάζω» έτσι δυνατά μαζί με άλλους. Αφού αυτές οι «συλλογικές κραυγές» ανήκαν σε κείνον τον άλλο κόσμο, σε κείνον που περιφρονούσαμε. Συμμετέχοντας όμως τώρα σε όλο αυτό ένιωθες το φόβο να διαλύεται και να ενώνεσαι με τους άλλους: «Το Νόιες Φόρουμ να γίνει δεκτό!», «Ελεύθερες εκλογές», «Θα μείνουμε εδώ», «Κάτω η βία» και κάθε τόσο «Είμαστε ο λαός!» Πού ήταν οι ένστολοι;

Μου φαινόταν σάμπως οι «Δυνάμεις Ασφαλείας» να είχαν γίνει καπνός. Θυμάμαι μονάχα έναν και μοναδικό αστυνομικό που με τα πόδια ανοιχτά και τα χέρια στη μέση στεκόταν αριστερά στο πεζοδρόμιο και είχε το βλέμμα καρφωμένο στο κενό. Στα παράθυρα των γύρω σπιτιών και εστιατορίων έβγαιναν όλο και περισσότεροι άνθρωποι. «Μπείτε στη γραμμή!», «Εξω η Στάζι!», «Η Στάζι στην Εθνική Οικονομία» (εκεί ήταν άλλωστε προ πολλού), «Γκόρμπι, Γκόρμπι!» Μονάχα το σύνθημα για τον Γκόρμπι δεν φώναξα. Χωρίς τον Γκορμπατσόφ, αυτό όλοι το ήξεραν, δεν θα είχαν γίνει τόσο πολλά πράγματα.

Οταν γυρίσαμε και κοιτάξαμε από την άλλη πλευρά, ολόκληρος ο Δακτύλιος Γκεόργκι είχε σκοτεινιάσει από κόσμο. Πανηγυρίζαμε. Ποιος θα σταματούσε αυτό το πλήθος; Το γεγονός ότι ήμασταν τόσο πολλοί -εβδομήντα χιλιάδες- και δεν βρέθηκε ούτε ένας χρήσιμος ηλίθιος που να σηκώσει πέτρα ήταν θρίαμβος για μας. Ενάντια σ’ αυτό το πλήθος μονάχα η ένοπλη βία θα βοηθούσε. Οτι όντως θα έπεφταν πυροβολισμοί δεν μπορούσα όμως να το φανταστώ.

Οπως γνωρίζουμε σήμερα, για αρκετή ώρα δεν ήταν βέβαιο αν όντως δεν θα δινόταν διαταγή για «καταστολή της αντεπανάστασης», πράγμα που δεν θα σήμαινε διαταγή πυροβολισμού. Ωστόσο, η Κεντρική Διοίκηση των ειδικών δυνάμεων της Λειψίας θεωρούσε μάταιο το να επέμβει. Περίμενε την έγκριση αυτής της απόφασης από το Ανατολικό Βερολίνο - ο Εγκον Κρεντς δεν απάντησε όμως. Λίγο μετά τις 6.30 ο Πρώτος Γραμματέας της Περιφερειακής Διοίκησης του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος, ο Χέλμουτ Χάκενμπεργκ, εξέδωσε την εντολή «να αφήσουν τους διαδηλωτές να προχωρήσουν και να κρατηθούν σε χαμηλούς τόνους», εφόσον δεν «σημειωθούν επιθέσεις σε άντρες των Δυνάμεων Ασφαλείας, σε αντικείμενα και εγκαταστάσεις». Οι μεν κρατήθηκαν σε χαμηλούς τόνους, οι δε ανέβασαν τους τόνους.

Η διαδήλωση δεν ήταν απλώς ειρηνική, από λεπτό σε λεπτό γινόταν όλο και πιο χαρούμενη. Γελούσαμε με τον ίδιο μας τον εαυτό: Διαδηλώνουμε μετά το σχόλασμα και την άλλη μέρα θα πάμε πάλι στη δουλειά στην ώρα μας. Την άλλη Δευτέρα θα ξανάρθουμε όμως.

Είχαμε πραγματικά τη διάθεση να αρχίσουμε να τραγουδάμε το «Λαοί, ακούστε τα συνθήματα που για την τελευταία μάχη σας καλούν! Με τον αγώνα η Διεθνής τ’ ανθρώπινα δικαιώματα κατακτά». Το ρεφρέν της Διεθνούς -κανένας δεν ήταν σε θέση να τραγουδήσει τίποτα περισσότερο από την πρώτη στροφή και το ρεφρέν- μου φαινόταν να ταιριάζει κατά έναν απροσδόκητο τρόπο. Εμείς ήμασταν η Διεθνής, νιώθαμε ένα με τους Πολωνούς, τους Τσεχοσλοβάκους, τους Ούγγρους, τους Ρουμάνους, τους Ρώσους, τους Κινέζους, τους Νοτιοαφρικανούς…

Αδελφοσύνη

Αν δει κανείς φωτογραφίες αυτών των πρώτων διαδηλώσεων της Λειψίας θα παρατηρήσει αμέσως πόσος χώρος υπήρχε ανάμεσα στον κόσμο. Δεν βηματίζαμε παρατεταγμένοι. Ούτε ήμασταν πιασμένοι αγκαζέ ούτε κρατούσαμε κεριά στα χέρια. Τα ελάχιστα πανό ήταν πολύ μικρά κι οι διαδηλωτές τα κρατούσαν από μικρά πηχάκια πάνω από τα κεφάλια τους, έτσι που θα μπορούσαν να βρεθούν πάνω τους χιλιάδες δακτυλικά αποτυπώματα - «Χωρίς βίζα ώς τη Σαγκάη». Περπατούσαμε στην πόλη εκείνο το ζεστό ακόμα φθινοπωρινό απόγευμα με μερικούς στενούς μας φίλους και ήμασταν ευχαριστημένοι που υπήρχαν κι άλλοι εκεί, χωρίς τους οποίους δεν θα τολμούσαμε -με την κυριολεκτική έννοια- να βγούμε στο δρόμο. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσα τι εννοούσαν διακόσια χρόνια πιο πριν με τη Fraternit�, με την αδελφοσύνη.

Μιας και κείνοι που κατέβαιναν να διαδηλώσουν ήταν μάλλον οι νέοι άνθρωποι, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αντιμετωπίζονταν σαν κάτι ιερό. Μιλούσαν συνεχώς στις δύο εξηνταπεντάχρονες γυναίκες που συμμετείχαν στη διαδήλωση, τις χειροκροτούσαν. Ακόμα κι ο τελευταίος ένστολος θα έπρεπε να καταλάβαινε βλέποντάς τις ότι εδώ δεν επρόκειτο για «συμμορία χουλιγκάνων».

Περάσαμε τον Κεντρικό Σταθμό, οι πόρτες ήταν κλειστές. Οποιος έφτανε με το τρένο δεν μπορούσε να μπει στην πόλη. Τα τραμ που ήταν σταματημένα στη στάση άνοιγαν τις πόρτες - «Μπείτε στη γραμμή!» Περάσαμε κάτω από τις γέφυρες των πεζών και διασχίσαμε την πλατεία Φρίντριχ Ενγκελς, που ήταν παντελώς έρημη. Λίγο πιο πίσω σταματήσαμε. Μπροστά στη λεγόμενη «Στρογγυλή Γωνία», το κτίριο της Υπηρεσίας Μυστικής Ασφαλείας, είδαμε ένστολους με ασπίδες και κράνη. Κι αυτή ήταν η έκπληξη των τελευταίων δύο βδομάδων, ότι και οι «δικοί μας» ήταν όπως και οι αστυνομικοί της Δυτικής Γερμανίας.

Περίπου πενήντα ασπιδοφόροι ήταν παρατεταγμένοι μπροστά στην είσοδο του κτιρίου. Πώς ένιωσαν αυτοί οι νεαροί που τους είχαν διατάξει να σταθούν εκεί μπροστά στην πόρτα, όταν ακούστηκε να περνάει από μπροστά τους το «Είμαστε ο λαός»; Επαψαν και κείνοι να φοβούνται όταν μια σειρά διαδηλωτών πήγε και στάθηκε με την πλάτη μπροστά τους; Αναψαν κεριά στα σκαλοπάτια της εισόδου. Ενα τμήμα της «Στρογγυλής Γωνίας» ήταν φυλακή, όπου εξακολουθούσαν να κρατούνται κάποιοι που είχαν συλληφθεί τις τελευταίες ημέρες και τις τελευταίες βδομάδες.

Κοντά στο Νέο Δημαρχείο ένα στρατιωτικό όχημα σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Οι διαδηλωτές συζητούσαν με τους ένστολους που κάθονταν εκεί πάνω, τους έδωσαν τσιγάρα. «Δεν είστε χουλιγκάνοι εσείς» είπαν οι τύποι από το όχημα.

Η ίδια η πόλη καθόριζε την πορεία της διαδήλωσης με τον Δακτύλιο. Προχωρήσαμε λοιπόν ώσπου φτάσαμε στην Γκεβάντχαους. Κάναμε το γύρο του Δακτυλίου, ο κύκλος έκλεισε. Βρισκόμασταν πάλι στην πλατεία Καρλ Μαρξ. Αυτή η μία ώρα μάς είχε αλλάξει. Ημασταν πιο ελεύθεροι, πιο χαρούμενοι, πιο αποφασισμένοι παρά ποτέ. Δεν είχαμε αλλάξει μόνο εμείς όμως. Η πόλη, η χώρα ολόκληρη ήταν μια άλλη αυτή τη μία ώρα. Η χαρά μας, η ανακούφιση, οι πανηγυρισμοί μας ήταν αναμφίβολα πιο δυνατοί από τις τρομπέτες της Ιεριχούς. Ολα θα άλλαζαν, όλα τα τείχη θα έπεφταν - «Χωρίς βίζα ώς τη Σαγκάη» - και το όνειρο της Ανοιξης της Πράγας του ’68 θα γινόταν πραγματικότητα: Ενας Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο.

Ο Ινγκο Σούλτσε

Ο Ινγκο Σούλτσε, γεννημένος το 1962 στη Δρέσδη, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς συγγραφείς, έχοντας μάλιστα κερδίσει πολλές και σημαντικές διακρίσεις. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός με τις «33 στιγμές ευτυχίας» (Εκδόσεις Καστανιώτη, μτφ. Γ. Λαγουδάκου) και τις «Απλές ιστορίες» (Εκδόσεις Καστανιώτη, μτφ. Αλ. Παύλου), κυρίως όμως με το επιστολικό μυθιστόρημα «Καινούργιες Ζωές» (Εκδόσεις Καστανιώτη, μτφ. Γ. Λαγουδάκου), με το οποίο καθιερώνεται πλέον παγκοσμίως.

(Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή)