Η καλύβα του Παππού

26 Αυγ 2008

Ανάρτηση αδικαιολόγητα καθυστερημένη









Leonard Cohen, Terravibe, 30 Ιουλίου.


Ο κύριος Cohen, στην πένα, με το καπέλο στο κεφάλι, να τραγουδά με την μπάσα, σπηλαιώδη φωνή όλα εκείνα που περιμέναμε: First we take Manhattan, Hallelujah, Anthem, Marianne, Like a bird on a wire, Everybody Knows, The future και άλλα πολλά.

Έκλεισε, μετά από κραυγές του κόσμου που το ζήταγε επίμονα, με το Famous Blue raincoat.


Μαγική νύχτα. Και στιγμές-στιγμές, όταν άστραφταν κάποιοι στίχοι που θα μπορούσαν να έχουν γραφεί από κάποιον μυστικό, ένιωθα σαν να ήμουν σε εκκλησία. (*)


“…ring the bells that still can ring,

Forget your perfect offering,

There is a crack,

A crack in everything

-that’s how the light gets in”.



Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που μπόρεσα και «συνάντησα» έτσι τον κ. Κοέν. Και τον ευχαριστώ.


(Οι φωτογραφίες αλιεύθηκαν στον Ιστό, όπως και το βιντεάκι).




(*) «Ε, άμα έχεις και την προδιάθεση….», σχολίασε μια φίλη. Το αντιπαρήλθα αξιοπρεπώς…

8 Αυγ 2008

Θυμάμαι ακόμα ονόματα και φάτσες. Ίσως κάποια από αυτά τα καλόπαιδα σήμερα να κάνουν καριέρα ως μπράβοι.

Το σπορ τους ήταν να σκοτώνουν με στυλιάρια τις νύχτες τις γάτες του στρατοπέδου. Και να ασκούν τρομοκρατία στους καινούριους φαντάρους -τους "νέους". Ένα παληκαράκι, εμφανώς μειωμένης αντίληψης, υποχρεώθηκε να κάνει στριπτήζ στο θάλαμο. Εγώ στάθηκα πιο τυχερός: υποχρεώθηκα μόνο να πω την προσευχή.

Απ’ ό,τι λέγαν οι παλιότεροι, όλα ετούτα συνέβαιναν με την ανοχή της Διοίκησης του στρατοπέδου, για να τυγχάνει -η Διοίκηση- διευκολύνσεων στα μαγαζιά που διηύθυναν οι γονείς των εν λόγω βλαστών. Δεν ξέρω αν ήταν όντως έτσι, αλλά δεν θα με παραξένευε. Καθόλου.

Τα παρακολουθούσα όλα βράζοντας, μισώντας τους –πρώτη φορά μίσησα έτσι ανθρώπους-, πολύ μόνος για ν’ αντιδράσω.

Δεν έλειπαν και οι εξαιρέσεις, αλλά ήταν μόνο αυτό: εξαιρέσεις.


Τι να έφταιξε; Ίσως τα πολλά λεφτά που πέσαν στο νησί τις τελευταίες δεκαετίες; Ο εύκολος πλουτισμός, ο τουρισμός των κλαμπ και η συνεπαγόμενη υποκουλτούρα της νύχτας; Δεν μπορώ να ξέρω.

Πάντως, πολλές μονάδες γύρισα στη θητεία μου, αλλά τόσους ανθρώπους, πραγματικά διεστραμμένους, πραγματικά σάπιους, μόνο εκεί συνάντησα.


Δεν έχω σκοπό να προσβάλλω το νησί και τους κατοίκους του. Πρώτοι οι ίδιοι οι Μυκονιάτες είναι που υφίστανται τη συνύπαρξη όλο αυτό το συρφετό. Κι ήταν χαρακτηριστική η συγκέντρωση διαμαρτυρίας της προηγούμενης Κυριακής, παρά το ότι αρκετοί δεν παρέστησαν, από φόβο. Διαβάζουμε στην "Καθημερινή":

«….Δεν ήταν καθόλου τυχαία η αθρόα συμμετοχή των Μυκονιατών το βράδυ της Κυριακής, στην πλατεία Μαντώς Μαυρογένους σε μια βουβή διαμαρτυρία για τα όσα τόσα χρόνια λαμβάνουν χώρα στο νησί τους, γι’ αυτά που «έβλεπαν» να αμαυρώνουν την εικόνα του, αλλά ίσως ποτέ δεν πίστευαν ότι θα έφταναν να κοστίσουν τη ζωή ενός αθώου ανθρώπου. Περισσότεροι από 600 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην πλατεία και η σιωπή τους ήταν εκκωφαντική. Οι ντόπιοι δεν θυμούνται περισσότερο συγκλονιστική στιγμή από τον αυθόρμητο σχηματισμό ανθρώπινης αλυσίδας που το σούρουπο «αγκάλιασε» το Γιαλό της Μυκόνου.

Θα ήταν όλο το νησί. Ο φόβος όμως κράτησε πολλούς μακριά. «Ποιος θέλει να εμφανιστεί, να μιλήσει και να βρεθεί μετά σε κανένα χαντάκι;» λέει χαρακτηριστικά στην «Κ» ο Μυκονιάτης συγγραφέας Δημήτρης Ρουσουνέλος. «Η συμμετοχή όμως ήταν μεγάλη. Ηταν αναμενόμενο. Μέσα μας βράζαμε, ήταν ένα θέμα που συζητιόταν συνεχώς, δεν μας άφηνε να ησυχάσουμε. Το πρόσωπο αυτού του παιδιού που καθρεφτιζόταν στο πρόσωπο του πατέρα του μας συγκλόνισε. Ισως με μια γκαζιά παραπάνω, το παιδί να γλίτωνε, αλλά αυτό δεν έχει πια σημασία. Φτάσαμε στο ώς εδώ και μη παρέκει. Κι αυτό φάνηκε την Κυριακή. Ποιος ξέρει, ίσως όλο αυτό να αποτέλεσε τη θρυαλλίδα που θα αλλάξει τα πράγματα. Θα το δούμε στην πορεία...» »

(http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_05/08/2008_280161)

Δείτε κι εδώ, τον καημό των ντόπιων.

Μακάρι κάτι να γίνει. Γιατί το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο από το καλό όνομα της χώρας μας στα ταξιδιωτικά γραφεία του εξωτερικού. Πολύ μεγαλύτερο.

2 Αυγ 2008

Jüdisches Museum, Berlin

Αεροφωτογραφία του Ιουδαϊκού Μουσείου του Βερολίνου (παρμένη απ' το δίκτυο).

Μας εντυπωσίασε, στην πρόσφατη επίσκεψή μας στο Βερολίνο, το Ιουδαϊκό Μουσείο. Αποτελεί ένα ευφυές δημιούργημα τς μοντέρνας αρχιτεκτονικής, έργο του Daniel Libeskind. Tο σχήμα παραπέμπει, λένε, σε ανοιγμένο, στρεβλωμένο Άστρο του Δαυίδ.

Με την ιδιοφυή χρήση πολύ λιτών μέσων, επιτυγχάνει να γεννήσει συγκίνηση. Και δέος.


Φωτογραφία από τον "Κήπο της εξορίας". Το κεκλιμένο δάπεδο προκαλεί ένα αίσθημα ανάλογο με αυτό ενός εξόριστου, που αγωνίζεται να ριζώσει σ' έναν ξένο τόπο. 49 στήλες, στις κορυφές των οποίων φυτρώνει κάποιο είδος ελιάς, σχηματίζουν λαβύρινθο.



Στο εσωτερικό συναντώνται οι τρεις άξονες, της Εξορίας, του Ολοκαυτώματος και της Συνέχειας.



Οι παραπάνω δύο φωτογραφίες είναι από τον Πύργο του Ολοκαυτώματος, ένα γυμνό τσιμεντένιο πύργο, ύψους 24 μέτρων, χωρίς θέρμανση και με μόνο φωτισμό το λιγοστό φως που μπαίνει από μια σχισμή. Ανατριχιαστικό.




Στις παραπάνω τρεις φωτογραφίες: Το έργο "Πεσμένα Φύλλα" του Menashe Kadishman, αφιερωμένο σε όλα τα θύματα των Ναζί. Τα μεταλλικά, κραυγάζοντα πρόσωπα είναι 10.000.


Περισσότερες φωτογραφίες θα αναρτήσω στα Φωτογραφικά Τετράδια.

1 Ιουλ 2008

Καλοκαίριασε

Ψαρεμένο στο You Tube:


24 Ιουν 2008


Ως παιδί, υπήρξα φανατικός πολέμιος μιας συνήθειας του πατέρα μου- του καπνίσματος. Δεν κατάφερα και πολλά.

Ως έφηβος, είχα τη φρόνηση να μη θέλω να δοκιμάσω, φοβούμενος ότι θα κολλούσα - αλλά όχι και τη σοφία ν' ακολουθήσω αυτή μου τη διαίσθηση μέχρι τέλους.

Δοκίμασα τσιγάρο- δεν μου είπε και πολλά. Η ζημιά έγινε όταν είδα τον "Κύκλο των Χαμένων Ποιητών", και θέλησα να ποζάρω κι εγώ ως διανοουμενίζων νεανίας: Ξέθαψα τα τσιμπούκια του παππού, βρήκα καπνό, δεν ήθελε και πολύ: η γεύση με κέρδισε.

Με κάτι χλιαρές και ανεπιτυχείς απόπειρες να το ελαττώσω ή να το κόψω, πέρασαν τα επόμενα 18 χρόνια.

Σήμερα είναι η 12η μέρα από τότε που κάπνισα για τελευταία(;) φορά- με τη βοήθεια βελονισμού. Μάλλον πάμε καλά, ο βελονισμός μειώνει την αίσθηση της στέρησης τις πρώτες κρίσιμες μέρες σε επίπεδα που μπορώ να παλέψω.

Αλλά κάποιες φορές μου λείπει πολύ - και, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, με λυπεί κιόλας που στερούμαι την πίπα μου. Σαν κάποιου είδους ακρωτηριασμός...

21 Μαΐ 2008

I wish I’d been another man,

I wish I 'd told less lies,

I wish that I could change my life,

But pay the smallest price.


I wish a day would dawn for me

When I’d salute the light,

With no remorse inside my heart,

Nor malice, fear or fright.


I wish I could enjoy life more,

I wish that I could pray,

I wish I had a warmer heart,

And gentler things to say.


I wish that I could see again

The people I loved most,

And see in them, with clearer eyes,

The hidden truths I’ve lost.


I wish that I would meet you again

And touch you, before long.

I wish we’d speak more truthfully

And share a nicer song.


I wish I’d been a humble man,

Compassionate and wise,

I wish I could discern God’s hand

Above our wretched lives.


But such a man

I am not.

5 Μαΐ 2008

Ανθρώπους και κτήνη



Ολόλυζε σπαραχτικά και χτυπιόταν ο πτωχός Βάνιας, κραυγάζοντας διάφορα ακατάληπτα, πότε στη Ρωσσική, που ήταν η μητρική του, πότε- ακόμη πιο ακατάληπτα- στην Ελληνική. Μάταια ο κυρ-Αντώνης, σφόδρα ταραγμένος κι αυτός, προσπαθούσε να τον παρηγορήσει. Μπροστά τους, στο πλακόστρωτο, κείτονταν το άψυχο σώμα του Αλή, του μαύρου αδέσποτου σκύλου που φρόντιζαν κι οι δυο, ο μόνος ίσως φίλος του Βάνια, ο μόνος που τον κοίταζε ίσια στα μάτια, χωρίς συγκατάβαση και που κάποιος, πιθανώς ευσεβής και φιλόθεος, εθεώρησε καλό να δηλητηριάσει.

Απέδρασε ο κυρ-Αντώνης όπως-όπως από την ταραχή του, κάνοντας νοητική σημείωση να μιλήσει στον μικρό για τον όσιο Σεραφείμ του Σάρωφ και την αρκούδα, για τον Άγιο Σιλουανό που θλιβόταν σαν έπρεπε να ξεριζώσει κάποια αγριόχορτα, για τον Άγιο Ισάακ τον Σύρο- ή ήταν ο Άγιος Εφραίμ;- που προσευχόταν για τα ερπετά και τους δαίμονες. Θυμήθηκε και τα λόγια ενός καλόγερου που είχε συναντήσει πριν πολλά χρόνια, ότι "... ο Θεός όλα Του τα πλάσματα αγαπά, κι όλα παραμένουν στη μνήμη Του ες αεί". Δεν καταλάβαινε και πολλά από αυτόν το λόγο ο κυρ-Αντώνης, κι ήταν άγνωστο τι θα καταλάβαινε από ετούτα ο Βάνιας, που εκτός από Ρωσσόπουλο ήταν και λίαν πτωχός τω πνεύματι. Δεκάξι χρονών ήταν, μα το μυαλό του ήταν, το πολύ, μυαλό εννιάχρονου.

Πέρασε ώρα, κι ο μικρός ησύχασε λίγο στη στοργική αγκάλη του γέροντα. Σκούπισε τη μύτη του στο μανίκι κι έτρεξε προς τον παπα, που τον εφώναζε αυστηρά να πάει να σκουπίσει το ναό- ήταν των Βαϊων την επομένη.

Ο κυρ-Αντώνης, αναστενάζοντας βαθιά, τύλιξε σε μια μεγάλη σακκούλα το άψυχο σώμα του άμοιρου σκύλου.

-Ανθρώπους και κτήνη σώσης, Κύριε, μουρμούρισε, κατά την προσφιλή του συνήθεια.

‘Κείνη την ώρα, ο πατήρ Γαβριήλ, πενηντάρης αρχιμανδρίτης, επισκοπικών φιλοδοξιών και με επισκοπική μπάκα, με μακριά γένεια, συνοφρυωμένος πάντοτε, από εκείνους που κοιτούν το συνομιλητή τους πάντα με βλέμμα από κάτω προς τα πάνω, πλησίασε και κοίταξε με αηδία το πτώμα του ζώου.

-Ένας κόπρος λιγότερος, έκανε. Και συνέχισε με ένα οργισμένο λογύδριο κατά παντός.

-Ανθρώπους και κτήνη σώσης, Κύριε,
είπε πάλι ο κυρ-Αντώνης,
σκύβοντας το κεφάλι, σα μαθημένος από ετών, ρίχνοντας ένα βλέμμα σκέτο φαρμάκι προς το μέρος του και τονίζοντας παράξενα το «κτήνη». Αλλά ο παπάς δεν κατάλαβε τίποτα.

Πέρασε η Μεγαλοβδομάδα, και το βράδυ της Ανάστασης, βρέθηκε στο ναό παρούσα η καλή κοινωνία της άλλοτε μεγαλοαστικής γειτονιάς, ή μάλλον όποιο τμήμα της δεν είχε φύγει για τα εξωτερικά, καθώς και κάθε ξεπεσμένος αριστοκράτης της περιοχής. Μεγάλος και πολυτελής ο ναός, με τους βαρείς πολυελαίους, τα ψηφιδωτά και το επιβλητικό τέμπλο, ήταν ό,τι χρειαζόταν το κομμάτι εκείνο του "καλού" κόσμου της Αθήνας που είχε θρησκευτικές ανάγκες και επιθυμούσε να τις εκπληρώσει με σικ τρόπο. Μπορούσες να δεις γηραιούς πρώην διοικητές τραπεζών, επιχειρηματίες, πολιτευτές, όλους στητούς, όλους αγέλαστους, με το βιβλιαράκι ανά χείρας, με ήθος και ύφος καλβινιστικό.

Υπηρετούσαν αρκετοί κληρικοί: δυο απλοί και γηραιοί πρεσβύτεροι, ένας αρχιμανδρίτης – ο Γαβριήλ- και ένας διάκονος. Είχε ακόμη ο ναός ως νεωκόρο τον κυρ-Αντώνη, γηραιό συνταξιούχο ναυτικό, που είχε "ξωκείλει" από ετών στην πολύβουη Αθήνα, και βοηθός του οποίου είχε χρισθεί ο Βάνιας, πάντα ευγενής και πρόθυμος να κάνει οτιδήποτε του ζητούσαν- ή, έστω, να προσπαθήσει.


Αγαπούσε ν' ακούει τη χορωδία ο Βάνιας. Απαλλαγμένος από κάθε είδους αισθητική παιδεία, δεν μπορούσε να συγρίνει το πολυφωνικό ψάλσιμο με το παραδοσιακό βυζαντινό μέλος, όπως έκαναν πολλοί, όψιμοι λάτρεις της παράδοσης, που ενοχλούνταν, και απλά απολάμβανε τη μουσική, ενώ άλλοτε χαχάνιζε δυνατά, πράγμα που προκαλούσε δυσφορία στο ευσεβές εκκλησίασμα, που τον επιτιμούσε με πύρινα βλέμματα. Γενικά, του άρεσε να βρίσκεται στις ακολουθίες. Ίσως γιατί, μην μπορώντας να κατανοήσει τα κηρύγματα, παρέμενε μακάριος.

Όλοι του φέρονταν καλά και τον συμπαθούσαν, εκτός του Γαβριήλ, που, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, έδειχνε ιδιαίτερη αυστηρότητα προς το Βάνια, ο οποίος την υπέμενε αγόγγυστα. Και καθώς ο Γαβριήλ ήταν ο προεστώς, οι άλλοι κληρικοί δεν τολμούσαν να του πουν και τίποτε. Μόνο ο παπα-Δημήτρης, εξηνταπεντάρης πια, ένας κυρτός από τα νιάτα του ανθρωπάκος, χήρος και μη δυνάμενος να ξαναπαντρευτεί, με βλέμμα σκοτεινιασμένο, αλλά πονετικό, προσπαθούσε να τον πάρει με το καλό και να τον πείσει να είναι πιο ανεκτικός με το καημένο το παιδί. Αλλά του κάκου: Ο Γαβριήλ δεν έπαιρνε από λόγια και συνέχιζε να ξεθεώνει τον φτωχό Βάνια στη δουλειά, να μην του λέει ούτ' έναν καλό λόγο ποτέ, και να εκδηλώνει ποικιλοτρόπως τη δυσφορία του, όταν ο μικρός, με την αδεξιότητά του, τύχαινε να κάνει καμμιά ζημιά. Ίσως ο Γαβριήλ να έβλεπε την μακαριότητα του μικρού, το πόσο απλά και χαρούμενα συμπεριφερόταν στη Λειτουργία, και να ζήλευε ενδομύχως, μην τολμώντας να το ομολογήσει ούτε στον εαυτό του. Εκείνος, παρά την άψογη θεολογική του κατάρτιση (δεν θα πω "γνώση"), παρά το σχήμα, τα άμφια και τα πετραχήλια, συνήθως έπληττε, ή και δυσφορόυσε. Και το έβλεπες αυτό, στο μονίμως συνοφρυωμένο πρόσωπό του. Ή ίσως, όπως συμβαίνει συχνά, να είχε βρει εύκολο θύμα, μη δυνάμενο να αμυνθεί, στο οποίο μπορούσε να ξεσπά άφοβα και να επιβεβαιώνει την εξουσία του.
Τις οίδε; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, της ψυχής των παπάδων, όπως και οποιουδήποτε άλλου, μη εξαιρουμένης.


Mετά το «Χριστός Ανέστη» και τα «Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός» και τα τοιαύτα, λίγο πριν επανέλθουν, εν πομπή και παρατάξει, στο ναό, ο σκυφτός πάντα και μικροκαμωμένος πατήρ Δημήτριος παρεκάλεσε το εκκλησίασμα να μείνει, ώστε «…να γιορτάσουμε όλοι μαζί, να χαρούμε την Ανάσταση του Κυρίου.»

Σε ποια χαρά αναφερόταν, άραγε, με τη μακρόσυρτη φωνή, τα μονίμως χαμηλωμένα μάτια, την κάθε του κίνηση να αποπνέει κατάθλιψη; Δεν το ξέρω.
Όπως και να έχει, συμπαθέστερος ήταν από τον πατέρα Γαβριήλ, όλο ηθική και νόμο να επικαλείται, που χρονιάρα μέρα βρήκε να βάλει αυστηρό επιτίμιο στο Βάνια να μην κοινωνήσει- τι έφταιγε το έρμο, είχε όλο στο νου του τον Αλή, που του τον ξέκαναν άσπλαχνα, και σαν άκουσε κάποια από τις κυρίες να εκφράζεται με βδελυγμία για τα αδέσποτα της περιοχής, άρχζε να φωνάζει θυμωμένος στα Ρώσσικα. Επιπλέον, του έφυγε το καντήλι που καθάριζε απ’ τα χέρια, έπεσε κι έγινε θρύψαλα.

Είχε παραγγείλει η μάνα του στον κυρ-Αντώνη να τον κρατήσει στην Αναστάσιμη λειτουργία, μια και εκείνη ξενοδούλευε ως αργά, ακόμα και Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Ήταν όμορφη γυναίκα ακόμα, αν κι οι Ρωσσίδες σπάνε εύκολα. Όταν είχαν πρωτοέρθει στη γειτονιά πριν δέκα χρόνια, χάρη στη φιλανθρωπία μιας άκληρης πλούσιας κυρίας, που της παρείχε χώρο κι έα πιάτο φαγητό για να τη φροντίζει, κάτι σκίρτησε στην καρδιά του κοτσωνάτου κυρ-Αντώνη, που είχε μείνει γεροντοπαλήκαρο, κι ένα βράδυ που είχε πιει ένα-δυο ούζα παραπάνω, την εστρίμωξε – πλην, ανεπιτυχώς: σαν είδε στα μάτια της την απογοήτευση και μια σπίθα θυμού, ζαλίστηκε, ψέλλισε ένα «συμπάθα με» κι έκανε πίσω. Το ίδιο βράδυ, είδε σεβάσμια μορφή στον ύπνο του- κι άλλοτε είχε ιδεί τον ίδιο άγνωστο γέροντα- να του λέει «Μπαρμπ’ Αντώνη, είμαι στεναχωρεμένος, και τα σημερινά σου καμώματα δεν είναι σαν κι αυτά που κουβεντιάζουμε άλλες φορές. Σοβαρό είναι εκείνο που πήγες να κάμεις απόψε». Ξύπνησε με φριχτό πονοκέφαλο και μια γεύση χωματίλας, κι από τότε πάντα επρόσεχε την Γκαλίνα και τον Βάνια, πάντα τους έδινε όσα χρήματα μπορούσε από τα ελάχιστα δικά του, προσπάθησε να μάθει λίγα ελληνικά στο παιδί, ίσα να συνεννοείται, και σιγά-σιγά η Γκαλίνα τον ξαναεμπιστεύτηκε, μα εκείνος δεν επέτρεψε ποτέ ξανά οικειότητες στον εαυτό του μαζί της. Ούτε κι άγγιξε ούζο ποτέ.


Ο Βάνιας δεν καταλάβαινε βέβαια τα ιερά γράμματα. Καθόταν παράμερα και τον είχε πάρει το παράπονο που δεν θα κοινωνούσε, κι ήταν και λίγο θυμωμένος. Χαζός-χαζός, όμως κάτι έπιανε από τον κατηχητικό του Χρυσοστόμου, που ως συνήθως και ως μη όφειλε αναγνώστηκε μετά την Θεία Κοινωνία, με ύφος ολότελα αταίριαστο προς το πνεύμα του κειμένου, και που μέσες-άκρες του τον είχε εξηγήσει, όσο μπορούσε, ο κυρ-Αντώνης δυο μέρες πριν. Σαν ο πατήρ Γαβριήλ ξεκίνησε το- αναπότρεπτο, και μάλλον αθεολόγητο,- κήρυγμά του, μετά το Κοινωνικό, τρύπωσε στο ιερό, έκαμε τρεις αδέξιες μετάνοιες, έπιασε το Ποτήριο και κοινώνησε μόνος του των Αχράντων Μυστηρίων. Ο κυρ-Αντώνης επήγε εκείνη την ώρα να σβήσει κάποια κεριά στο μανουάλι που έγερναν επικινδύνως, έπιασε την κίνηση με την άκρη του ματιού, πλησίασε και τα είδε όλα. Ετρόμαξε, έκανε να μπει να πει κάτι στο παιδί, του φάνηκε θρασεία και βλάσφημη η πράξη του, αλλά τότε τον είδε το Βάνια να κάμει πάλι στρωτές τις μετάνοιες του, να κοιτά προς την Πλατυτέρα ντροπαλά, να νεύει ναι με το κεφάλι, κι έπειτα πάλι να κοιτά και να σκάει ένα ολόφωτο χαμόγελο, μέσα απ΄ τα θεόστραβα δόντια του. Τι να κάνει ο κυρ Αντώνης, έκαμε πως δεν είδε τίποτα, «ανθρώπους και κτήνη σώσεις, Δέσποτα Χριστέ, ο αναστάς εκ νεκρών», μουρμούρισε, παραλάσσοντας το σύνηθες. Το γεγονός δεν αποκαλύφθηκε ποτέ, μια και ο κυρ Αντώνης δεν είπε κουβέντα σε κανέναν - ούτε κι ο Βάνιας, βέβαια.

Λίγο καιρό μετά, η Γκαλίνα έφυγε με το μοναχογιό της για την Γερμανία, όπου είχε συγγενείς που φρόντισαν να τις βγάλουν τα απαραίτητα χαρτιά. Μετά λίγους μήνες, ο κυρ-Αντώνης έφυγε κι αυτός από την Αθήνα και γύρισε στο χωριό του. Δεν είχε τίποτα πια να τον συνδέει με την πόλη. Οο Βάνιας, που ήταν ό,τι πλησιέστερο είχε ποτέ σε παιδί κι εγγόνι, έφυγε μακριά, ήξερε πως δεν θ’ αντάμωναν ξανά σε τούτον τον κόσμο. Είχε νοσταλγήσει το φτωχικό καλύβι του – το μόνο περιουσιακό στοιχείο που του είχε απομείνει, μαζί μ’ ένα μικρό χωραφάκι- και πήγε να τελειώσει τις ημέρες του στις ρεματιές του τόπου του.

Ο θρασύδειλος φονιάς του Αλή δεν έγινε ποτέ γνωστός στα μάτια των ανθρώπων.

Ανθρώπους και κτήνη σώσεις, Κύριε.


Η ιστορία είναι, βέβαια, γέννημα της φαντασίας μου. Μόνο πραγματικό στοιχείο, η ύπαρξη ενός χαζούλη νεαρού που βοηθούσε όντως τους νεωκόρους σε ναό μεγαλοαστικής Αθηναϊκής γειτονιάς, και που κάποτε είχε –καλώς ή κακώς- το θράσος να μεταλάβει μονάχος του, όταν του το αρνήθηκε –καλώς ή κακώς- ο ιερέας. Όλ’ αυτά πριν δέκα-δεκαπέντε χρόνια.

Η ζωγραφιά είναι της Μυρτώς Δεληβοριά. Ελπίζω να μου συγχωρέσει που τη δημοσιεύω χωρίς την άδειά της.

28 Απρ 2008

Χριστός Ανέστη!

Εύχομαι σε όλους σας ό,τι καλύτερο.

Και ένα κείμενο που βρήκα ενδιαφέρον από την Πασχαλιάτικη "Καθημερινή":



Ανάσταση και ανορθόλογες λοιδορίες

Tου Xρήστου Γιανναρά

Η εύκολη λοιδορία που αντιτάσσεται στη μεταφυσική είναι για τον τάχα ανορθόλογο χαρακτήρα της. Οι λοιδορούντες ταυτίζουν τη μεταφυσική με την παραίτηση από τη λογική σκέψη, τη μεθοδική ορθότητα, την κριτική λειτουργία του νου. Λογαριάζουν σαν προϋπόθεση της μεταφυσικής τα δόγματα, τις αξιωματικές αρχές, τις a priori παραδοχές.

Ξεχνάνε ότι η αριστοτελική, λ.χ., μεταφυσική (η συλλογιστική αναγωγή στην αναγκαιότητα ενός ακίνητου Πρώτου Κινούντος) είναι υπόδειγμα ορθολογικής, κριτικής μεθοδικότητας, δίχως ίχνος δογματισμών ή αξιωματικών απριορισμών. Μάλλον κάτι άλλο φαντάζονται σαν «ορθολογισμό», τον συγχέουν με την ενορμητική απαίτησή τους για βεβαιότητες που τις προσπορίζουν οι αισθήσεις. Οσοι λοιδορούν τη μεταφυσική σαν «ανορθόλογη», λησμονούν ότι προτάσεις απρόσιτες στην αισθητηριακή πιστοποίηση διατυπώνονται συχνότατα και ως επιστημονικές αποφάνσεις που αφορούν στην πραγματικότητα των ελάχιστων ή των μέγιστων διαστάσεων – τέτοιες προτάσεις δεν είναι αποκλειστικότητα της μεταφυσικής.

Να θυμίσω τα κοινότοπα της εκλαΐκευσης: Την «καμπυλότητα του χωρόχρονου», που ήταν άπειρη τη στιγμή της Μεγάλης Εκρηξης (Big Bang) και γίνεται άπειρη στο κέντρο των «μαύρων οπών» (Black Holes). Τις στοιχειώδεις μονάδες ύλης - ενέργειας που τις εντοπίζουμε και ως σωματίδια (όταν αναζητάμε τη θέση) αλλά και ως κύμα (όταν αναζητάμε την ταχύτητα) – (wave-particle duality). Στοιχειώδεις ποσότητες (quanta) ενέργειας που «δεν υπάρχουν» στον χώρο αλλά «δημιουργούν» χώρο. Τα «δυνάμει σωματίδια» (virtual particles) που δεν μπορούν να ανιχνευτούν άμεσα, αλλά η ύπαρξή τους έχει μετρήσιμες επιπτώσεις σε άλλα σωματίδια. Τα σωματίδια που κινούνται «προς τα πίσω» στον χρόνο και αυτή η «μαθηματική κίνηση» βρίσκει πειραματική επαλήθευση ως εντοπισμός αντισωματιδίου. Σωματίδια που ενώ βρίσκονται σε μεγάλες μεταξύ τους αποστάσεις, αποτελούν ενιαία ενική πραγματικότητα «ατοπικής ολιστικής διασύνδεσης». Κ.λπ., κ.λπ.

Για τον μη ειδικό, το συναρπαστικό σε τέτοιες επιστημονικές αναφορές είναι η γλώσσα. Καθόλου ανορθόλογη, αλλά και καθόλου προσιτή στις προσλαμβάνουσες της αισθητηριακής πιστοποίησης. Ενα αυστηρά ορθολογικό πλαίσιο, που ωστόσο μας επιτρέπει να μιλάμε για πραγματικότητα α-τοπικού χώρου, για ρεαλιστικά τεκμαιρόμενη κίνηση «προς τα πίσω» στον χρόνο, για «ανυπαρξία» που όμως «υπάρχει» και μετριέται ως επίπτωση, για κύμα που δεν είναι κύμα, αλλά σωματίδιο, για σωματίδιο που δεν είναι σωματίδιο, αλλά κύμα, για τα πολλά που είναι ένα, για το ένα που είναι πολλά. Μόνο στην ελευθερία της ποιητικής εικονολογίας θα μπορούσε να αναζητηθεί το ανάλογο αυτής της εκφραστικής.

Και την αδυναμία μας για παραστατική αντίληψη της πραγματικότητας των ελάχιστων και μέγιστων διαστάσεων δεν την αναπληρώνει η «σαφήνεια» της γλώσσας των μαθηματικών. Γιατί η γλώσσα των μαθηματικών δεν είναι αναπαραστατική οντοτήτων, είναι γλώσσα σημαντική σχέσεων. Λειτουργεί η μαθηματική γλώσσα μάλλον σαν παρτιτούρα μουσικής: «Διαβάζουμε» και διαβλέπουμε τη μελωδία, αλλά καμιά ποτέ μελωδία δεν αναπαραστάθηκε μορφικά, σχηματικά.

Η ανάσταση του Χριστού δεν είναι μια αξιωματική «αλήθεια» που «οφείλει» κανείς να τη δεχθεί ευνουχίζοντας τη νοημοσύνη και την κρίση του. Είναι μια πρόταση «νοήματος» (αιτίας και σκοπού) της ύπαρξης, του κόσμου, της Ιστορίας. Πρόταση συνεπέστατα ορθολογική, αλλά με πεδίο επαλήθευσης την εμπειρική δυναμική της σχέσης, όχι τις ενορμητικές απαιτήσεις αισθητηριακών «βεβαιοτήτων».

Η πρόταση λέει: Αιτιώδης. Αρχή του υπαρκτού δεν είναι η αναγκαιότητα (μιας άλογης «τυχαιότητας» ή ενός δέσμιου στη θεότητά του Θεού). Αιτιώδης Αρχή της ύπαρξης και της ζωής είναι η ελευθερία μιας αυτοσυνείδητης και λογικής (με τους όρους της άκρως σχετικής ανθρώπινης γλώσσας) προσωπικής Ετερότητας. Υπάρχει, επειδή θέλει να υπάρχει, και η ελευθερία αυτής της θέλησης «υποστασιάζει» (κάνει υποστάσεις, πραγματικές υπάρξεις) το είναι της –πραγματοποιεί την ύπαρξη ως κοινωνία αγάπης, αφού η αγάπη είναι πληρότητα ελευθερίας από κάθε προκαθορισμό, από κάθε αναγκαιότητα.

Ο τρόπος για να σημάνει η λογική της ανθρώπινης γλώσσας την Αιτιώδη Αρχή ως ελευθερία, είναι να την ορίσει όχι ως μονάδα φύσεως (θεϊκής), αλλά ως τριάδα προσώπων. Τα πρόσωπα (υποστάσεις υπαρκτικής ελευθερίας) σημαίνονται όχι με προσδιορισμούς ατόμων κάποιας φύσης, (Ζευς, Απόλλων, Ερμής), αλλά με προσδιορισμούς αυτοπροαίρετης σχέσης, δηλαδή ελευθερίας (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα). Και αυτοί οι προσδιορισμοί δεν επινοούνται από κάποιον κάποτε φιλόσοφο νου, εμφανίζονται ως κοινωνούμενη μαρτυρία συγκεκριμένης ιστορικής εμπειρίας: Είναι η μαρτυρία αυτοπτών μαρτύρων της παρουσίας ιστορικού προσώπου – Ιησού τού από Ναζαρέτ.

Η ιστορική παρουσία του Ιησού συνοδεύεται από «σημεία» (σημαίνοντα) ελευθερίας ως προς τις αναγκαιότητες που περιορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν είναι πράξεις άλογης (ανερμήνευτης) θαυματουργίας, είναι «σημεία» με την έννοια που είναι «σημείο» μια λέξη, ένας μαθηματικός τύπος, μια παρτιτούρα: Παραπέμπει σε πραγματικότητα υποκείμενη στον εμπειρικό έλεγχο, δεν την υποκαθιστά.

Η τελική γλωσσική καταγραφή της μαρτυρίας των «σημείων» (έργων και λόγων) Ιησού τού από Ναζαρέτ θα μπορούσε να συνοψιστεί στη λογική πρόταση: Ο Θεός, ελεύθερος από κάθε υπαρκτικό προκαθορισμό θεότητας, και με την ελευθερία του να πραγματώνεται υπαρκτικά ως αγάπη, ενανθρωπίζεται από έρωτα μανικό για τον άνθρωπο. Η ενανθρώπισή του είναι η βεβαίωση της ελευθερίας του από αναγκαιότητες της θείας φύσης του. Και η ανάστασή του από των νεκρών είναι η βεβαίωση της ελευθερίας του από τους υπαρκτικούς περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης.

Αυτή η πρόταση δεν είναι υποχρεωτική για κανέναν, δεν συνιστά αξιωματική «αλήθεια», απαίτηση ευνουχισμού της λογικής και της κρίσης. Απαντάει στο δίλημμα της λογικής μας, αν Αιτιώδης Αρχή του υπαρκτού είναι η ελευθερία ή η τυφλή αναγκαιότητα. Είναι μια ορθολογικά συντεταγμένη πρόταση, που η επαλήθευση ή η διάψευσή της δεν εξαντλείται στον έλεγχο της μεθοδικής συνέπειας – το ίδιο όπως και στις πολύ γενικές ερμηνευτικές προτάσεις της φυσικής επιστήμης. Η επαλήθευση είναι εμπειρική συνάρτηση της δυναμικής των σχέσεων, εισόδου στη συναρπαστική περιπέτεια που είναι η σχέση τόσο ως γνωστικό όσο (και κυρίως) ως ερωτικό γεγονός.

Η Ανάσταση δεν έχει οπαδούς, έχει «τέκνα»: Οσους γεννιώνται αυτοπροαίρετα στο ερωτικό άθλημα της αυθυπέρβασης, αρνητές της δουλείας στον άλογη αναγκαιότητα.

7 Απρ 2008

Τέσσερα στιγμιότυπα

And after this our exile.

T.S. Eliot, "Ash Wednesday"




Ο τελευταίος γλάρος

θα πετά μακριά από τον έρημο τόπο,

καθώς

στις ανοιχτές αλάνες τα ταπεινά παιδιά της γης



θα εκδικούνται.



Τα λουλούδια σαν πάντα θα σκορπούν χρώματα στις μέρες,


κι ας μην είναι γύρω μάτια να ευφρανθούν.



Στην ετοιμόρροπη εκκλησιά


το φως μονάχο δροσερά θα παιχνιδίζει -


Τα πρωτοτόκια μας θα χαίρονται άλλοι.



Προσκαλώ στο παίγνιον της συγγραφής ενός μικρού κειμένου με βάση αυτές τις ίδιες φωτογραφίες, τους κάτωθι: Οίστρο, Αλέξη, Μίκυ, Credit, Ελαφίνι, π.κ. και όποιον άλλον επιθυμεί.

Xρειάζεται επίσης να επιλέξετε έναν στίχο, όποιου ποιητή εσείς θέλετε, ως motto.

4 Απρ 2008

40 χρόνια πριν, Μέμφις, Τενεσή

free at last
they took your life,
they could not take
your pride



2 Απρ 2008

Tα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα



Ψάχνοντας μια ραγισματιά

Στο χρόνο του κόσμου τούτου



Στους τοίχους χύνοντας

Πολύχρωμες γραφές



Και θυμωμένες καυχησιές-


Ετούτα τα νερά δεν έκαναν γι' αυτούς-


Ούτε είναι καμωμένοι για "αειφόρο ανάπτυξη"
Κι επιτυχίες του είδους.


Γυρεύουν ένα δρόμο να βαδίσουν

Πλάι σε αθώους συνοδοιπόρους κι ιχνηλάτες

Για 'κει όπου θα πλύνουν τα κουρέλια τους στο φως,
Για 'κει όπου οι νεκροί ανθίζουν το ξημέρωμα
Στα λιβάδια.

Χτες ήταν της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας